Motorpsycho, Dury Dava @ Fuzz Club, 20-09-2019

Από τον Δημήτρη Καλτσά

 

Η εμφάνιση των Motorpsycho στην Ελλάδα 18 ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη τους παρουσία στη χώρα ήταν ένα γεγονός που θα ήταν λογικό και αναμενόμενο να αποτελεί προτεραιότητα για κάθε rock οπαδό. Στην περίπτωση των Νορβηγών δεν μιλάμε απλά για αξιοζήλευτη καριέρα και δισκογραφική συνέπεια που σε δύο χρόνια θα συμπληρώσει τρεις δεκαετίες, αλλά για μία σταθεροποίηση πλέον σε επίπεδα που ελάχιστες μπάντες αγγίζουν πλέον.

Στο ξεκίνημα μιας συναυλίας που περιμέναμε ανυπόμονα για αρκετό καιρό, οι Έλληνες Dury Dava ανέβηκαν στη σκηνή για να μας μεταδώσουν ζωντανά το πολύ ιδιαίτερο -ειδικά για τα ελληνικά δεδομένα- ομώνυμο ντεμπούτο τους (οι κριτικές μας εδώ). Το μείγμα krautrock, freak out psych και indie rock με αμιγώς πειραματική διάθεση αναμφίβολα αποκτά άλλη διάσταση ζωντανά, καθώς υπάρχουν όλες οι κατάλληλες συνθήκες να αναδειχθεί. Η αρκετά μικρή προσέλευση του κόσμου μέχρι εκείνη την ώρα και η συνηθισμένη χαλαρότητα του κοινού δεν βοήθησε καθόλου, αν και αυτό ελάχιστα πτόησε την μπάντα που ήταν φανερό πως προσπαθεί να αφήσει το δικό της στίγμα. Τα στοιχεία που τους ξεχωρίζουν, δηλαδή η χρήση μπουζουκιού και κυρίως αυτή κλαρινέτου και νέυ ήταν στα θετικά στοιχεία. Υπήρξαν στιγμές που παρασυρόσουν από το ψυχεδελικό jamming, αυτή την ανατολίτικη εκδοχή της πιο trippy rock μουσικής που παίχτηκε ποτέ στην οποία επενδύουν ολοφάνερα οι Dury Dava. Ωστόσο, τα εμφανώς αδύναμα φωνητικά και κάποιες τεχνικές αδυναμίες περιόρισαν την απόδοσή τους, αφήνοντας όμως την ελπίδα για πολύ καλύτερα πράγματα στο μέλλον. Οι Dury Dava βρίσκονται στο ξεκίνημά τους και τους ευχόμαστε τα καλύτερα για το μέλλον.

Στις 22:20 στη σκηνή ανέβηκε ο Bent Sæther και ο Hans Magnus Ryan, οι διόσκουροι των Motorpsycho και ακολούθως ο Tomas Järmyr που είναι ντράμερ της μπάντας από το 2017. Όσο προετοιμασμένος κι αν ήταν κανείς με βάση τη φήμη του συγκροτήματος για τις εξαιρετικές ζωντανές της εμφανίσεις, αυτό που εκτυλίχθηκε στις επόμενες δύο γεμάτες ώρες ήταν πολύ δύσκολο να προβλεφτεί πλήρως. Οι Orange ενισχυτές συνέθεταν ένα υπέροχο σκηνικό σε συνδυασμό με το ότι στη μεγάλη σκηνή του Fuzz βρίσκονταν μόνο τρία άτομα, τα οποία ξεκίνησαν χωρίς καμία καθυστέρηση με το Year Zero (A Damage Report) από το Little Lucid Moments (2008). Η επιλογή ήταν ιδανική. Η μελωδική εισαγωγή του κομματιού έχτισε τη συνέχεια όλου του live, ενώ τα εκρηξιγενή σημεία του αποδόθηκαν πολύ πιο έντονα από τον δίσκο, κερδίζοντας τις εντυπώσεις με χαρακτηριστική άνεση.

Η κλάση της μπάντας ήταν τόσο πασιφανής που δεν έμενε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Το trio ακουγόταν σαν κουιντέτο. Το δέσιμο των Sæther και Snah είναι σπανιότατο (αμφιβάλλω αν αντάλλαξαν ματιά ενώ οι αλλαγές θεμάτων, ύφους και ρυθμού ήταν καταιγιστικές. Το παραμορφωμένο μπάσο και ο έντονα ψυχεδελικός κυρίως ήχος της κιθάρας (τίμησε το όνομα του Fuzz Club) βομβάρδιζαν διαρκώς, ενώ η κίνηση και η διάθεση των δύο δεν πρόδιδε σε τίποτα ότι παίζουν 30 ολόκληρα χρόνια χωρίς διάλειμμα. Ο δε Järmyr απέδειξε πόσο σοφή προσθήκη αποτελεί για την μπάντα μετά την αποχώρηση του Kenneth Kapstad. Το επίπεδο της τεχνικής του είναι υψηλότατο, το ίδιο και η ικανότητά του να γκρουβάρει, όπως ακριβώς δηλαδή απαιτεί η μουσική των Motorpsycho.

To riff του συγκλονιστικού In Every Dream Home (There’s a Dream of Something Else) από το The Tower (2017) έγινε δεκτό με ενθουσιασμό. Η υπέροχη φωνητική του γραμμή αποδόθηκε άψογα από τις δεμένες φωνές των ιδρυτών της μπάντας και η παραδοχή του κοινού ήταν ήδη καθολική. Το Triggerman (από το Black Hole/Blank Canvas, 2006) αποτέλεσε ιδανική συνέχεια σε μία ονειρεμένη setlist που συνεχίστηκε με το supergroovy On a Plate (Behind the Sun, 2014) και το λατρεμένο Greener (Blissard, 1996). Ακολούθησε η διασκευή στο August των Love (Still Life With Eggplant, 2013), το οποίο ανήκει δικαιωματικά και στους Motopsycho χωρίς καμία υπερβολή, ενώ στο ομώνυμο The Tower έγινε σαφές πόσο άνετα αποδίδουν το τεχνικά απαιτητικό υλικό τους τραβώντας το πάντα στα όρια ή ακόμα και υπερβαίνοντάς τα. Το έπος Starhammer από το Heavy Metal Fruit (2010) ήταν αναμφισβήτητο highlight στην ολότητά του και αμέσως μετά το Mountain από το ομώνυμο EP του 1993 επανέφερε ένα πιο alternative και noisy χαρακτήρα. Η έκπληξη που περιμέναμε από την μπάντα που επιλέγει τα κομμάτια που θα παίξει λίγο πριν κάθε συναυλία (μας το είχε επιβεβαιώσει ο Bent πρόσφατα) ήρθε στο τέλος του κανονικού set με τη διασκευή στο Into the Sun των Grand Funk Railroad (από το split single με τους Hedge Hog), την οποία δεν παίζουν καθόλου συχνά τελευταία.

Το επιβεβλημένο encore περιελάμβανε δύο ακόμα κορυφαίες στιγμές της μπάντας: το Sabbath-ικό Psychotzar που ανοίγει το φετινό The Crucible και ανήκει ήδη στα κορυφαία τους κομμάτια και φυσικά το κλασσικότατο Walking on the Water από το Angels and Daemons at Play (1997) το οποίο έκλεισε μελωδικά μία εμφάνιση δύο ωρών που βρήκε τους πάντες κερδισμένους.

Κι όμως, δεν ήταν όλα τέλεια. Το μόνο αρνητικό που αδίκησε πολύ ένα συγκλονιστικό live ήταν ο ήχος που σε κάποιο σημείο έγινε εκκωφαντικός λόγω της κιθάρας, που μαζί με το μπάσο κάλυπταν τα ντραμς που σε σημεία ακούγονταν μετά βίας. Εξαιτίας αυτού δεν ακούσαμε πλήρως μερικά από τα εκπληκτικά solo του Hans Magnus Ryan, που αποτελούσαν (όλα ανεξαιρέτως) μαγικά ταξίδια δεξιοτεχνίας και αυτοσχεδιασμού με παίξιμο καθαρά προσωπικό και δυναμισμό που συγκρίνεται με ελάχιστους σύγχρονους rock (εν γένει) κιθαρίστες. Μέσα σε ένα κλίμα καταιγιστικών εκρήξεων riffs, μελωδιών και ασταμάτητου groove από το rhythm section, είναι πραγματικά κρίμα που οι τυχεροί παρευρισκόμενοι ήταν πολύ λιγότεροι απ’ ό,τι αξίζει αυτή η τεράστια μπάντα. Η παρουσία 250 μόνο ατόμων (αμφιβάλλω αν ήταν περισσότεροι) σε μία τέτοια συναυλία είναι απογοητευτική, καθώς το υλικό των Motorpsycho εκτείνεται από το alternative το indie και το noise στο hard rock, την ψυχεδέλεια, το progressive, το post-rock, ακόμα και την country, ενώ η μακρά ιστορία τους και το μοναδικό σερί υπέροχων δίσκων τα τελευταία (πολλά) χρόνια αναιρεί οποιοδήποτε επιχείρημα άγνοιας. Υπό τους ήχους που έφταναν στα αυτιά μας ήταν επιβεβλημένο να χορεύουμε και όχι να στεκόμαστε με σταυρωμένα τα χέρια.

Ανεξάρτητα του οποιουδήποτε ήχου τους αδίκησε, το επίπεδο των μουσικών και της μουσικής που απολαύσαμε βρισκόταν σε επίπεδα που σπάνια βλέπουμε, πόσο δε μάλλον από τρίο. Ελπίζουμε να τους απολαύσουμε ξανά πολύ σύντομα και να είμαστε πολύ περισσότεροι, όπως αξίζει σε κάθε μεγάλο συγκρότημα.

 

Setlist:

Year Zero (A Damage Report), In Every Dream Home (There’s a Dream of Something Else), Triggerman, On a Plate, Greener, August, The Tower (Including the Wishboner), Starhammer, Mountain, Into the Sun

Encore: Psychotzar, Walking on the Water

 

Φωτογραφίες: Γιώργος Αλιμήσης