Κώστας Κωνσταντινίδης (Mother Turtle): «Το στοιχείο της έκπληξης είναι όλη η ουσία του prog»

Το τρίτο album των Θεσσαλονικέων Mother Turtle ήταν μία από τις πιο ευχάριστες φετινές εκπλήξεις για κάθε φίλο του  prog (οι κριτικές μας εδώ). Το πιο δύσκολο όμως δεν ήταν μόνο το φετινό Zea Mice να ξεπεράσει τα Mother Turtle και ΙΙ, αλλά να το κάνει με όρους διαφορετικούς και θεωρητικά μάλλον όχι ευνοϊκούς για την μπάντα. Ο Κώστας Κωνσταντινίδης, ο ιθύνων νους του συγκροτήματος, αφοπλιστικά ειλικρινής και πάντα απολαυστικός συζητητής, απαντά στις ερωτήσεις των συντακτών μας.

Ερωτήσεις: Κώστας Μπάρμπας, Τάσος Ποιμενίδης
Μετάφραση: Αλέξανδρος Μαντάς


Κώστα καταρχάς συγχαρητήρια για το νέο σας album. Είναι μάλλον το καλύτερό σας μέχρι σήμερα. Πώς ήταν τα πράγματα για τις χελώνες ανάμεσα στην κυκλοφορία των δύο δίσκων;

Ευχαριστούμε πάρα πολύ καταρχήν! Δεν ξέρω αν είναι το καλύτερό μας, ως δημιουργοί είμαστε οι χείριστοι των κριτών, είναι όμως σίγουρα το πιο διαφορετικό ως τώρα. Ευτυχώς αυτή τη φορά δεν είχαμε αποχωρήσεις ή αφίξεις μελών στη μπάντα, οπότε τα πράγματα κύλησαν λιγάκι πιο ομαλά. Κάναμε αρκετές εμφανίσεις στην πόλη μας, από τις οποίες καταφέραμε και χρηματοδοτήσαμε την παραγωγή του τρίτου δίσκου αλλά και την κοπή σε cd του ΙΙ. Επίσης είχαμε και μία εμφάνιση στην δημόσια τηλεόραση στα πλαίσια της εκπομπής Volume Sessions, η οποία για μας ήταν σημαντική, μια και ήταν ευκαιρία να φτάσει η μουσική μας σε τηλεοπτικούς δέκτες ανθρώπων που δεν θα μας άκουγαν διαφορετικά.

Γιατί αποφασίσατε να πάτε σε ένα σχεδόν instrumental αποτέλεσμα αυτή τη φορά;

Ήταν κυρίως δική μου απόφαση για να είμαι ειλικρινής. Θεωρώ τον εαυτό μου κατά κύριο λόγο κιθαρίστα και κατά δεύτερο λόγο τραγουδιστή, οπότε κάνοντας και τα δύο ταυτόχρονα, αυτή η δυσκολία του διπλού ρόλου, πολλές φορές με κούραζε, ειδικά στις ζωντανές εμφανίσεις, μια και δεν είμαστε όλοι γεννημένοι Geddy Lee.  Βέβαια όταν αρχίσαμε να προβάρουμε κάποια θέματα για τον τρίτο δίσκο, είχε ήδη αρχίσει να επικρατεί η άποψη ότι τα φωνητικά θα ήταν περιττά έτσι κι αλλιώς και ίσως, όπως και έγινε τελικά, να προσθέσουμε κάποιες abstract πινελιές φωνητικών όπου θα χρειαζόταν. Είχε πέσει στο τραπέζι και η σκέψη για μόνιμη θέση τραγουδιστή/-τριας αλλά τελικά απορρίφθηκε, γιατί στο τέλος μας βλέπω να γινόμαστε περισσότεροι και από τους Leningrand Cowboys. 

Αν και χωρίς στίχους αυτή τη φορά, να φανταστώ ότι υπάρχουν ιστορίες πίσω από τον τίτλο του δίσκου και των κομματιών;

Μα φυσικά. Γενικά το word play το αγαπάμε. Το Ζea mays λοιπόν είναι η επιστημονική ονομασία του αραβόσιτου, του καλαμποκιού με λίγα λόγια. Το είχα δει στα γυμνασιακά μου χρόνια σε ένα βιβλίο βιολογίας και το είχα σημειώσει κάπου, ώστε να το χρησιμοποιήσω ως όνομα μπάντας. Τελικά, αν και οι Ζea Mays δεν έγιναν ποτέ μπάντα, σε ένα στιγμιαίο flashback κατά την περίοδο των ηχογραφήσεων το θυμήθηκα και με μια μικρή παραφθορά της λέξης Mays ως Mice μπήκε στην προμετωπίδα του δίσκου.

Οι τίτλοι λοιπόν του part 1 έχουν να κάνουν με το καλαμπόκι, μια και Κουκουρούζα είναι το καλαμπόκι στα Ρώσικα και ο μυστηριώδης Ρώσος αγρότης στην αρχή του άλμπουμ μας αφηγείται το προσωπικό του δράμα, αφού οι κότες τού έφαγαν το καλαμπόκι που τόσο ήθελε ο ίδιος να φάει. Το Cornhub είναι επίσης λογοπαίγνιο με την ονομασία ενός γνωστού domain με συμβουλές αυτοβελτίωσης.

Όλο το part 2 αποτελεί ένα μικρό αφιέρωμα στην πόλη που ζούμε και στην ιστορία της. Το Sea Mice είναι ευθεία αναφορά στον Θερμαϊκό κόλπο, ενώ το Ζέϊτενλικ είναι το συμμαχικό νεκροταφείο των πεσόντων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και η μεγαλύτερη νεκρόπολη των Βαλκανίων με περίπου 20 χιλιάδες νεκρούς της στρατιάς της Ανατολής. Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό μέρος, το οποίο όπως και όλα τα θλιβερά μνημεία που αφήνει πίσω του ο πόλεμος, σου δημιουργεί πλείστες σκέψεις. Η Θεσσαλονίκη του 1916 είναι μια πόλη που φιλοξενεί νέους ανθρώπους από όλο σχεδόν τον πλανήτη, που έρχονται να πολεμήσουν και εν τέλει να πεθάνουν χωρίς να πολυκαταλάβουν το γιατί. Τα ποιήματα εδώ του Κίπλινγκ και του ΜακΝτιάρμιντ (ο οποίος ήταν και ο ίδιος στα συμμαχικά στρατεύματα στην πόλη) δίνουν ακριβώς τον αίσθημα απόγνωσης και ακολουθεί το Vermins όπου σερνόμαστε μαζί τους και στα χαρακώματα αλλά και μέσα στο χώμα του Ζέϊτενλικ και τέλος το Fourward που είναι επίσης λογοπαίγνιο με την διαταγή προέλασης που δίνει κάποιος ανώτερος αξιωματικός  αλλά και τη θέση του κομματιού ως τέταρτο στη σειρά του δεύτερου μέρους του άλμπουμ. Το Νόστος σαφώς είναι η επιστροφή στο σπίτι, στην γενέτειρα γη, όπου αυτή κι αν βρίσκεται και το αίσθημα ασφάλειας που σου δίνει αυτή η επιστροφή.

Ποιες ήταν οι ηχητικές επιρροές, μιλώντας για τον τομέα της παραγωγής και ποιες οι συνθετικές επιρροές κατά τη δημιουργία του Zea Mice;

Αντίθετα με την πιο 80s λογική του ντεμπούτου και την 70s του ΙΙ εδώ νομίζω ότι στον τομέα παραγωγής αλλά και σύνθεσης πατήσαμε κυρίως στα 90s.  Οι Ozric Tentacles ως αφετηρία, μαζί με τους Porcupine Tree της εποχής του Signify υπήρξαν οι βασικές επιρροές. Από κει κι έπειτα, σίγουρα μελετήσαμε αρκετά το πώς κάποιες μπάντες μπόλιασαν στη μουσική τους στοιχεία από παραδοσιακές μουσικές. Όσον αφορά εμένα τουλάχιστον άκουγα από Trilok Gurtu και Mahavisnu Orchestra μέχρι Area και Estradasphere.  Επίσης, μια και είχα κάτι πολύ συγκεκριμένο στο κεφάλι μου για την τελική μορφή του δίσκου, ήθελα να μελετήσω το πώς μπορείς να οργανώσεις ένα φαινομενικό χάος ιδεών και έτσι προσπάθησα να κατανοήσω το πώς δούλεψε ο Miles Davis στο Bitches Brew, με ποιον τρόπο καθοδήγησε τη σύνθεση του δίσκου και πως μετά με τον Teo Macero κατόρθωσαν και έφτιαξαν αυτό το αριστούργημα. Επίσης οι Santana του Lotus,  στην πιο τριπαρισμένη τους περίοδο, αλλά και οι πιο σύγχρονοι Øresund Space Collective ήταν μερικά από τα ακούσματα. Τέλος, οι Socrates είναι νομίζω το μεγάλο εγχώριο σχολείο και το παίξιμο του Σπάθα, για μένα τεράστια επιρροή, ήταν η βάση που είχαμε ώστε να συνθέσουμε ένα μεγάλο μέρος του Nostos.

Μπορείς να μας περιγράφεις την διαδικασία σύνθεσης και ενορχήστρωσης του υλικού; Να φανταστώ ότι η μονιμοποίηση της νέας σύνθεσης για δεύτερο συνεχόμενο album έπαιξε το ρόλο της;

Στο II οι προσθήκες του σαξοφώνου και του βιολιού έγιναν μετά τη σύνθεση του υλικού, οπότε και προσπαθήσαμε όλο αυτό το διάστημα να βρούμε τη χημεία μεταξύ τόσων σολιστικών οργάνων σε μία μπάντα. Πλέον θεωρώ ότι είμαστε στην ευχάριστη θέση του να γνωρίζουμε ακριβώς το τι να περιμένουμε από τον καθένα και αυτό διευκολύνει κατά πολύ τη σύνθεση νέου υλικού. Ξέρω για παράδειγμα ότι ο Αλέξης στο βιολί μπορεί πανεύκολα να βρει την κατάλληλη φράση που λείπει από το τάδε σημείο και ο Μπάμπης στο σαξόφωνο είναι τρομερός στο να αυτοσχεδιάζει. Όταν έχεις ταυτόχρονα και ένα τόσο στιβαρό ρυθμικό section, για μένα και τον Γιώργο στα πλήκτρα οι ρόλοι μας γίνονται αμέσως πιο εμφανείς και ξέρουμε πότε να σολάρουμε ή πότε να παίξουμε κάποιο riff.

Σε κάθε δίσκο ακολουθήσαμε διαφορετική διαδικασία σύνθεσης και ενορχήστρωσης.  Στο ντεμπούτο τα κομμάτια γράφτηκαν μετά από εξαντλητικές πρόβες και μπήκαμε στο στούντιο πανέτοιμοι γνωρίζοντας από πριν το τι θα παίξουμε μέχρι την τελευταία νότα. Στο ΙΙ σχεδόν όλα τα κομμάτια γράφτηκαν από εμένα, αφού λόγω των αλλαγών στη σύνθεση της μπάντας και γενικότερων προβλημάτων η ίδια η ύπαρξη του γκρουπ κρεμόταν από μια κλωστή. Έτσι ανέλαβα το να διασώσω την όλη κατάσταση γράφοντας όλο το υλικό σπίτι και μετά ενορχηστρώνοντάς το με τους υπόλοιπους στο στούντιο.

Στο Zea Mice πάλι μπήκαμε στούντιο έχοντας προβάρει κάποια από τα μέρη των κομματιών και εκεί συνθέσαμε επί τόπου το μεγαλύτερο μέρος του δίσκου, βασισμένοι ακριβώς σε αυτή τη χημεία που έχουμε αναπτύξει ως μπάντα όλο αυτόν τον καιρό. Όλες αυτές τις σχιζοφρενικές επιλογές πρέπει να τις υποστεί ο Κώστας Κοφίνας στην κονσόλα, τον οποίο και βάζουμε κάθε φορά σε δοκιμασία αντοχών.

Η ενασχόληση σας με τους Mother Turtle μοιάζει να έχει ωφελήσει και ξεχωριστά τον καθένα σας ως μουσικό. Είναι η δημιουργική διαδικασία γύρω από μία μπάντα το όνειρο του κάθε μουσικού;

Έτσι θα ήθελα να πιστεύω, μια και για μένα τουλάχιστον αυτό ισχύει. Στους Mother Turtle αν εγώ φέρω για παράδειγμα μια ιδέα, ποτέ δεν θα πω το τι θα παίξει ο Γιώργος στα τύμπανα ή ο Αλέξης στο βιολί. Μπορεί ενδεχομένως να δοθεί μια κατεύθυνση ως προς το ύφος, αλλά ο καθένας θα συνθέσει τα μέρη του εξ’ολοκλήρου. Δεν θα υπάρξουν παρτιτούρες (εκτός από τον σαξοφωνίστα μας, ο οποίος κάθεται και τις γράφει μόνος του, προφανώς από κάποιο μαζοχιστικό ένστικτο) και όλοι βασιζόμαστε στην μνήμη μας. Έτσι, όταν πρόκειται για πολύπλοκες συνθέσεις, αναγκαστικά μαθαίνεις να κολυμπάς στα βαθιά και κατά συνέπεια βελτιώνεσαι ανάλογα με τις ανάγκες της ομάδας. Οι ρόλοι εντός του γκρουπ είναι απόλυτα διακριτοί επίσης και προσπαθούμε όλοι να εξυπηρετήσουμε τη σύνθεση, παρά να αναλωθούμε σε ατελείωτες τεχνικές ακροβασίες, που εμάς τουλάχιστον μας προκαλούν χασμουρητά.

Υπάρχει ένα διάχυτο jam συναίσθημα στις συνθέσεις. Να υποθέσουμε ότι μεγάλο μέρος αυτού που ακούμε ξεκίνησε με αυτοσχεδιασμούς στο studio και χτίσιμο ιδεών εκεί;

Σχεδόν όλα μας τα κομμάτια γράφτηκαν με τον τρόπο που αναφέρεις, αλλά με το Zea Mice συμβαίνει το εξής παράδοξο. Είναι ταυτόχρονα ο πιο δουλεμένος και ο πιο αυθόρμητος δίσκος μας.  Ξεκίνησε όντως, όπως πάντα, από κάποια jams τα οποία είχαν εντελώς κατά τύχη ένα κοινό ύφος. Όλες οι ιδέες ήταν βασισμένες σε βαλκανικούς ρυθμούς και κλίμακες, οπότε αφού βρήκαμε το pattern και έπειτα, ακολουθήσαμε το ένστικτό μας. Έτσι, όταν φτάσαμε στις ηχογραφήσεις μπήκαμε και αναπτύξαμε αυτές τις ιδέες live στο στούντιο και φτάσαμε να έχουμε πάνω από 60 λεπτά μουσικής την πρώτη κιόλας μέρα. Αυτό είχε ως συνέπεια να μαζευτεί ένας πολύ μεγάλος όγκος μουσικής που έπρεπε όμως να ξεσκαρταριστεί. 

Συνεργάζεστε με το ίδιο studio και παραγωγό από τον πρώτο δίσκο. Τι κάνει τον Κώστα Κοφίνα τόσο σημαντικό συνεργάτη;

Ο Κώστας είναι πραγματικά μέλος της μπάντας πλέον. Μετά από τόσα χρόνια ξέρει ακριβώς το τι έχουμε στο κεφάλι μας και πώς θέλουμε να ακουστεί, άσχετα αν ο ίδιος δεν είναι οπαδός του prog. Μάλιστα χαρακτήρισε το Zea Mice ως τον πιο ποπ δίσκο μας ως τώρα! Επίσης εκτιμούμε άπειρα την υπομονή που δείχνει και την απίστευτη εμμονή του στη λεπτομέρεια, κάτι που εμένα, ως πιο χαοτική προσωπικότητα, δεν με ενδιαφέρει καθόλου, οπότε και χαίρομαι πολύ που το αναλαμβάνει κάποιος αυτό το κομμάτι. Σ’αυτόν το δίσκο, το μοντάζ που είχε να κάνει και το παζλ που έπρεπε να στήσει ήταν πραγματικά πολύ δύσκολο και με σχεδόν 300 διαφορετικά κανάλια, το έργο του χρειάστηκε γενναίες ποσότητες καφέ για να έρθει εις πέρας. Η διαδικασία ήταν και για μας πολύ δύσκολη γιατί τα layers σε κάθε track ήταν πολλά και επειδή το γράψαμε με τη λογική ότι όλος ο δίσκος είναι ένα μόνο κομμάτι, κάποιες ιδέες ταίριαζαν σε παραπάνω από ένα μέρη. Εκεί λοιπόν ο ρόλος του Κώστα ήταν πραγματικά ρόλος παραγωγού. Πήρε πρωτοβουλίες και έβαλε τα πάντα στη σωστή τους θέση, με μας πάνω από το κεφάλι του, που λόγω ιδιοσυγκρασίας δεν είμαστε ιδανική παρέα όταν θέλεις να συγκεντρωθείς και να κάνεις σοβαρά τη δουλειά σου, καθότι μας διέπει μια ροπή προς τη φαιδρότητα και το λέω όσο πιο κομψά μπορώ.

Παρότι το progressive rock είναι η βάση του ήχου σας, έχετε επιρροές από πολλά άλλα ήδη όπως η jazzfusion π.χ. ποια είναι τα ακούσματά σας και κατά πόσο επηρεάζουν αυτό που είναι οι Mother Turtle;

Το progressive rock είναι όντως κάτι που ακούμε όλοι στη μπάντα, άλλοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο. Από κει και πέρα ο μπασίστας μας (Γιώργος Φιλοπέλου) τελευταία περνάει fusion φεγγάρι, ακούγοντας Tigran Hamasyan και Dhafer Youssef, ενώ ο ντράμερ μας (Γιώργος Μπαλτάς) είναι ίσως ο πιο all around ακροατής. Μπορεί να ακούσει τα πάντα από Nile μέχρι ποπ. Αυτό το βγάζει και στο παίξιμό του βέβαια και προσωπικά λατρεύω το ότι μπορεί να προσαρμοστεί σε οτιδήποτε παίξουμε. Ο πληκτράς μας (Γιώργος Θεοδωρόπουλος) πάσχει από χρόνια νόσο-κόλλημα με τους Rush και γενικά με την πιο μελωδική φάση του prog, ενώ ο βιολιστής μας (Αλέξανδρος Κιουρντζιάδης) ακούει και παίζει τα πάντα, από ποντιακά μέχρι fusion. Ο πνευστός μας πάλι (Μπάμπης Προδρομίδης) ακούει και μελετάει κυρίως jazz και γενικά πράγματα που ακούς καλύτερα με χαμηλό φως, κρασί και το έτερον ήμισυ αγκαλιά. Προσωπικά ακούω όση περισσότερη μουσική μου επιτρέπει ο λιγοστός ελεύθερος χρόνος μου, κυρίως 70’s progressive rock αλλά και classic rock μαζί με οτιδήποτε μου τραβήξει το ενδιαφέρον ανεξαρτήτως είδους. Σίγουρα θεωρώ πως όλα αυτά επηρεάζουν και το παίξιμό μας, αλλά και τον τρόπο που συνθέτουμε.

Κάθε δίσκο σας έχει το δικό του χαρακτήρα και ύφος. Πιστεύεις ότι είναι ένα μέρος της ουσίας του progressive η διαφοροποίηση;

Νομίζω ότι το στοιχείο της έκπληξης είναι όλη η ουσία του prog. Θαυμάζω απεριόριστα καλλιτέχνες που τολμούν και διαφοροποιούνται από δίσκο σε δίσκο, όπως για παράδειγμα μια μεγάλη επιρροή μας, τον Frank Zappa. Δεν βρίσκω κανέναν απολύτως λόγο για έναν καλλιτέχνη να εφησυχάζει, ειδικά όταν δεν ανήκει σε ρόστερ μεγάλης εταιρείας για παράδειγμα, και να μην τολμά να πειραματιστεί, εφόσον δεν διακυβεύεται και τίποτα σημαντικό εμπορικά. Μερικές φορές το πείραμα πιάνει, άλλες όχι, αλλά όπως και να ‘χει, εμείς θα προσπαθήσουμε να δοκιμάζουμε διαφορετικά πράγματα για όσο καιρό τουλάχιστον υπάρχουμε ως μπάντα.

Το Nostos που κλείνει τον δίσκο είναι το καλύτερο κομμάτι σας μέχρι σήμερα κατά τη γνώμη μου. Πόσο δύσκολο είναι να βάλει κάποιος στοιχεία παραδοσιακής ελληνικής μουσικής στο rock;

Δεν ξέρω αν μπορώ να σου απαντήσω αντικειμενικά στην ερώτηση, για τον πολύ απλό λόγο ότι δεν μελετήσαμε καθόλου παραδοσιακή μουσική ούτε και έχουμε ακούσματα. Υποθέτω ότι είναι «εύκολο», λόγω του ότι οι ρυθμοί και οι κλίμακες της βαλκανικής χερσονήσου αλλά και της Ανατολής γενικά είναι στοιχεία με τα οποία ερχόμαστε σε επαφή διαρκώς, από τα πανηγύρια του τόπου μας, μέχρι ακόμα και τα σκυλοσουξεδάκια που παίζουν παντού. Για έναν Αμερικάνο π.χ. το όλο σύνολο μπορεί να ακούγεται εξωτικό και σίγουρα χρήζει μελέτης για να παιχτεί σωστά. Αν πεις σε έναν οποιοδήποτε Έλληνα μουσικό να σου παίξει ένα τσιφτετέλι ή μια ρούμπα θα το κάνει στο φτερό, χωρίς να κάτσει να το σκεφτεί.

Ποια είναι η γνώμη σου για την τάση όλων και περισσότερων ελληνικών rock σχημάτων να χρησιμοποιούν ήχους της ελληνικής παράδοσης;

Το βρίσκω θετικό, με την έννοια ότι δημιουργείται σιγά σιγά ένας «ήχος» που μπορεί, αν γινόταν πιο οργανωμένα, πχ όπως με την αρωγή κάποιας εταιρείας, να χαρακτήριζε και να ομογενοποιούσε στιλιστικά την «σκηνή», όπως στη Νορβηγία. Για την ώρα βέβαια αυτό δεν είναι εφικτό και σίγουρα δεν είναι ποιοτικά ίδιες όλες οι προσπάθειες.

Πολλές φορές δεν αρκεί η παρουσία ενός παραδοσιακού οργάνου για να βελτιωθεί μια σύνθεση. Πρέπει να έχει και η ίδια η σύνθεση ένα ενδιαφέρον και μια δυναμική, ώστε να μην καταντά πλαδαρή. Δεν σου κρύβω επίσης ότι προτιμώ τις προσπάθειες αυτές στις οποίες οι ήχοι της ελληνικής παράδοσης βγαίνουν από ηλεκτρικά όργανα, παρά εκείνες που το παραδοσιακό όργανο μπαίνει το ίδιο μέσα στη σύνθεση και παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Θεωρώ ότι εκεί χρειάζεται πολύ πιο λεπτούς χειρισμούς η ενορχήστρωση και ταυτόχρονα βαθιά γνώση της ίδιας της μουσικής παράδοσης, οπότε και το πράγμα δυσκολεύει πολύ και μπορεί να οδηγηθείς σε εύκολες λύσεις που εν τέλει δεν αναδεικνύουν τίποτα παραπάνω από μια επιφανειακή ηχητική διαφοροποίηση, έχοντας από την άλλη πάντα και τον κίνδυνο να καταλήξουν ακόμα και σε αμφιβόλου αισθητικής καταστάσεις. Οι Mode Plagal, ο Τάκης Μπαρμπέρης, οι Iasis, αλλά και από τις πιο καινούργιες προσπάθειες οι Babel Trio και οι Apolis είναι για εμένα ιδανικά παραδείγματα της μίξης στοιχείων παραδοσιακής ελληνικής μουσικής με πιο σύγχρονες μουσικές φόρμες. 

Για μια ακόμα φορά αποφασίσατε να κυκλοφορήσετε μόνοι σας τον δίσκο. Είναι μονόδρομος πλέον για εσάς αυτό; Θα υπάρξει κυκλοφορία σε απτό μέσο αυτή τη φορά;

Νομίζω είναι όντως μονόδρομος οι self-released δίσκοι για εμάς. Αφενός λόγω καλλιτεχνικής ελευθερίας και αφετέρου γιατί λόγω υποχρεώσεων (δουλειές, οικογένειες, παιδιά, σκυλιά κτλ) δεν θα μπορούσαμε να είμαστε τυπικοί σε ενδεχόμενες υποχρεώσεις που θα γεννούσε η συνεργασία με κάποια εταιρεία. 

Αυτό το μονοπάτι βέβαια έχει και τις δυσκολίες του, γιατί πρέπει να βάζεις το χέρι στην τσέπη και να επενδύεις στην κάθε κυκλοφορία, κάτι που για ένα γκρουπ σαν τους Mother Turtle, είναι πραγματικός άθλος. Οι απολαβές από τις πωλήσεις είναι μηδαμινές και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δυσκολευόμαστε κάθε φορά και να καταφέρνουμε οριακά να χρηματοδοτήσουμε την επόμενή μας κυκλοφορία, όταν μάλιστα πρέπει να επενδύσουμε και σε κάποιο format, όπως το cd, το οποίο επίσης δεν φέρνει αρκετά έσοδα και σου μένει και ένας μεγάλος αριθμός κομματιών στοκ. Σκεπτόμενοι όλα αυτά λοιπόν αποφασίσαμε ότι αν θέλουμε να υπάρξει τέταρτος δίσκος, που θέλουμε σίγουρα, καλύτερα ας μην πάμε σε κάποιο απτό μέσο αυτή τη φορά ή αν γίνει, θα γίνει σε κάποια αόριστη στιγμή μελλοντικά, όταν και εφόσον δεν θα μας είναι τεράστιο βάρος.

Έχετε σχέδια για ζωντανές εμφανίσεις, ίσως και σε περισσότερα μέρη και με μεγαλύτερη συχνότητα αυτή τη φορά;

Αυτό είναι κάτι που σίγουρα το θέλουμε πολύ. Λατρεύουμε το να παίζουμε live και αυτό είναι εμφανές από το live feel που θέλουμε να έχουν και τα studio album μας.  Ωστόσο λόγω των οικονομικών δυσκολιών που ανέφερα και παραπάνω, πραγματικά ζοριζόμαστε να αντεπεξέλθουμε στα έξοδα, όταν μάλιστα τα μαγαζιά και οι διοργανωτές που σε καλούν να παίξεις, δεν δύνανται να πληρώσουν ένα μέρος έστω των εξόδων. Έτσι είναι πιο εύκολο για εμάς να παίζουμε είτε στην πόλη μας είτε σε μέρη κοντινά που δεν θα χρειαστεί διανυκτέρευση και πολυδάπανες μετακινήσεις. Το μόνο που μπορούμε να ευχηθούμε είναι αυτή τη φορά να αλλάξουν τα δεδομένα και να καταφέρουμε να παίξουμε σε περισσότερα μέρη.

Τέλος θα τολμήσω να ρωτήσω αν υπάρχει ήδη υλικό για τον επόμενο σας δίσκο. Θα είναι κάτι διαφορετικό και αυτή τη φορά;

Και μόνο οι ιδέες που δεν μπήκαν στο Zea Mice είναι αρκετές, ώστε να δουλευτούν και να μπουν σε κάποιον επόμενο δίσκο. Υπάρχει επίσης υλικό αχρησιμοποίητο και από τα δυο προηγούμενα άλμπουμ.  Ήδη αρχίσαμε όμως τις πρόβες για νέο υλικό. Αυτό που προσωπικά θα ήθελα και το θεωρώ μεγάλο στοίχημα είναι να γράψουμε έναν δίσκο ή ένα EP έστω, με πιο απλές συνθέσεις, με τραγούδια μικρά σε διάρκεια. Ζηλεύω πραγματικά όσους μπορούν μέσα σε 3-4 λεπτά να πουν μια ιστορία και να σου μεταδώσουν συναισθήματα. Για μας που είμαστε συνηθισμένοι στα πιο απλωμένα κομμάτια νομίζω θα αποτελούσε ιδανική πρόκληση κάτι τέτοιο. Βέβαια στο τέλος μπορεί να προκύψει κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που μόλις σου περιέγραψα. Λειτουργούμε λίγο σαν στο σκετσάκι των Monty Python με την ισπανική ιερά εξέταση. You never expect the Spanish inquisition! 

Σας ευχόμαστε καλή συνέχεια με την προώθηση του δίσκου, γιατί αξίζει να ακουστεί από όλους τους λάτρεις του προοδετικού ήχου και όχι μόνο.

Σας ευχαριστούμε κι εμείς με τη σειρά μας πάρα πολύ για το χρόνο και το θετικό feedback!