Krokofant – Q

[Rune Grammofon, 2019]

Εισαγωγή: Βαγγέλης Χριστοδούλου
Μετάφραση: Β. Χριστοδούλου, Δ. Καλτσάς

Οι Krokofant είναι η τελευταία προσθήκη στη λίστα των μυθικών υβριδικών τεράτων όπως η Χίμαιρα και η Σφίγγα. Το όνομά τους επίσης παραπέμπει σε γλύκισμα στην Σκανδιναβία. Ακόμη περισσότερο, πρόκειται για τη συνένωση μεταξύ των Tom Hasslan (κιθάρες), Jørgen Mathisen (σαξόφωνο, περιστασιακά σύνθια) and Axel Skalstad (τύμπανα). Τώρα που έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις, ας ξεχάσουμε ό,τι ξέραμε (ή δεν ξέραμε) γι’ αυτούς, αφού το Q μας παρουσιάζει μία ολοκαίνουρια μπάντα επαυξημένη από τους διαστημικούς Ståle Storløkken στα πλήκτρα (Elephant9 και Supersilent μεταξύ άλλων) και τον Ingebrigt Håker Flaten στο μπάσο (Atomic, The Thing, Scorch Trio και μια πλειάδα συνεργασιών). Το συγκρότημα είναι τόσο ικανοποιημένο από την καινούρια μορφή, που λέγεται ότι θα συνεχίσει σαν πενταμελές. Χαιρετούμε λοιπόν τους νέους Krokofant!


 

Δεν γίνεται να μην αγαπήσεις τους νέους Krokofant!

Από το 2014, οι Krokofant έχουν κυκλοφορήσει τρία άλμπουμ αρκούντως τιτλοφορούμενα Ι, ΙΙ και ΙΙΙ στην Rune Grammofon, μία από τις κοιτίδες τις ολοένα εξελισσόμενης νορβηγικής σκηνής. (Σε αυτό το σημείο, θα ένιωθα κανονικά την ανάγκη να εξυμνήσω την εν λόγω σκηνή για όλα τα ποιοτικά γκρουπ και δίσκους που μας έχει προσφέρει όλα αυτά τα χρόνια, ανεξαρτήτως στυλ. Θα κρατηθώ όμως.). Ως τρίο, επιδίδονταν σε βαρύ, έξτρα-γκρουβάτο jazz-rock βασισμένο σε πολύπλοκες και επαναλαμβανόμενες δομές, οι οποίες οδηγούν σε αυτοσχεδιαστικές εξάρσεις και ελεύθερες φόρμες. Φαντάσου τους Last Exit να τζαμάρουν με τους Møster και τους King Crimson, ή τον Terje Rypdal να παίζει με τους Mahavishnu Orchestra για να διασκευάσουν Massaker. Το αγαπημένο μου από τα τρία είναι το II από το 2015, αλλά το Q δείχνει ένα σύνολο το οποίο έχει ανεβάσει τον πήχη γεωμετρικά, όχι μόνο λόγω των νέων μελών, αλλά και επειδή ο Tom Hasslan έχει αναπτύξει τις συνθετικές του ικανότητες, με σκοπό να τους συμπεριλάβει κατάλληλα.

Αναμφισβήτητα, αυτό που καθιστά τη νέα μπάντα συνεκτική και εξωθεί το Q στην υπεροχή είναι ο Ingebrigt Håker Flaten και το «γεμάτο» μπάσο του. Ο Ingebrigt είναι γνωστό όνομα στην παγκόσμια free jazz σκηνή και η συνεισφορά του δεν έγκειται μόνο στο ότι ελαφρύνει το low-end από την πλάτη του Hasslan, αλλά και μία εξαιρετική δυναμική και ευελιξία. Σε συνδυασμό με το “μυώδες” παίξιμο του Skalstad, το rhythm section είναι σε θέση να περιηγείται οπουδήποτε μεταξύ ακραίας έντασης και βουκολικής ηρεμίας. Το αποτέλεσμα είναι φιλοπερίεργα, πολύπλοκα, πανταχού παρόντα και παχιά grooves που επιτρέπουν στους υπόλοιπους να απλωθούν. Εδώ αναδύεται ο Ståle Storløkken, του οποίου η παρουσία δίνει στις συνθέσεις το βάθος που έλειπε από τις προηγούμενες κυκλοφορίες, καθώς και την άδεια στους Mathisen και Hasslan να αναλάβουν νέους ρόλους και να τους ντύσουν με νέες φωνές. Οι αυτοσχεδιαστικές διαθέσεις και οι ελευθεριάζουσες φόρμες παραμένουν, αλλά είναι λιγότερο έντονες μα και πιο διασκεδαστικές.

Αν έπρεπε να επιλέξω αγαπημένο κομμάτι, αυτό θα ήταν το 11-λεπτο Q part 4, το τελευταίο του δίσκου, αφού συνοψίζει ό,τι αντιπροσωπεύουν οι Krokofant: prog ευαισθησίες, αστειάζουσες μελωδίες και μελωδικότητα, δυνατό παλμό, καθώς και δύναμη.

Συμπερασματικά, το καινούριο άλμπουμ είναι τόσο διαφορετικό, όσο και απαραίτητο βήμα μπροστά για τη μπάντα, σε σχέση με τα προηγούμενα. Το στυλ παραμένει διακριτό, αλλά ο φρέσκος ήχος επισημαίνει μία νέα κατεύθυνση και ευκαιρίες. Και σίγουρα, έχουμε να περιμένουμε πολλά!

9 / 10

Βαγγέλης Χριστοδούλου

 

2η γνώμη

 

Όσο ενδιαφέρουσα κι αν ήταν η μέχρι σήμερα πορεία των Krokofant κυρίως για τον jazz-rock πειραματισμό και το ενεργοβόρο jamming πνεύμα, καμία από τις τρεις πρώτες κυκλοφορίες τους δεν με συνεπήρε. Σε αντίθεση με το Q. Εδώ, οι προσθήκες του σπουδαίου Ståle Storløkken (πλήκτρα) και του Ingebrigt Håker Flaten (μπάσο) δρουν καταλυτικά χρωματίζοντας και δίνοντας βάθος και βάρος αντίστοιχα στον μέχρι σήμερα κάπως «ωμό» ήχο των Hasslan, Skalstad και Mathisen. Μοιραία, οι jazzy αναπτύξεις αποκτούν άλλη δυναμική, το real feel είναι 70s κι όμως -σχεδόν παράδοξα- σύγχρονο (μόνο οι Νορβηγοί το καταφέρνουν απόλυτα αυτό) και οι rock μελωδίες έχουν εμφανώς μεγαλύτερη βαρύτητα. Οι αναπτύξεις των πέντε μουσικών συγκρίνονται σε ενδιαφέρον πλοκής μόνο με αυτές των Elephant9 και –όσο απίστευτο κι αν ακούγεται- εδώ είναι τουλάχιστον ισάξιες. Το χαρακτηριστικό έντονα ενεργητικό ύφος της μπάντας δεν αγχώνει καθόλου πια. Η ροή των κομματιών είναι αναντίρρητη και το αριστουργηματικό χτίσιμο εγγυάται πως κάθε ακρόαση αποτελεί μία εξίσου συναρπαστική εμπειρία. Το brutal prog είναι πιο μελωδικό και πιο επικό, το jazz-rock είναι ιδιοφυώς πιο avant-garde και δεν υπάρχει ούτε μισή αδιάφορη στιγμή. Απόλαυση.

8.5 / 10

Δημήτρης Καλτσάς