Koenji Hyakkei – Dhorimviskha

[Magaibutsu / Skin Graft Records, 2018]

Εισαγωγή: Δημήτρης Καλτσάς
15 / 12 / 2018

Τα 13 χρόνια αναμονής θα ήταν πολλά, αν όντως υπήρχε τόσο μεγάλη αναμονή. Η αλήθεια είναι όμως ότι μετά το Angherr Shisspa (2005) η ενασχόληση του Tatsuya Yoshida με τις πάμπολλες άλλες μπάντες του και η πάροδος των χρόνων είχαν απομακρύνει τους Koenji Hyakkei από την επικαιρότητα.

Τα τελευταία χρόνια, η επαναδραστηριοποίηση της ιαπωνικής μπάντας τους έφερε ξανά στο προσκήνιο και η φετινή κυκλοφορία του Dhorimviskha, του πέμπτου δίσκου του zeuhl συγκροτήματος, 24 ολόκληρα χρόνια από το μακρινό πια Hundred Sights Of Koenji (1994), έδωσε τεράστια χαρά σε όλους τους φίλους του avant-prog παγκοσμίως.


 

Υπεράνω κάθε προσδοκίας (no cliché)

Επειδή οι Koenji Hyakkei μας έχουν συνηθίσει σε υπέροχα εξώφυλλα, δεν θα μπορούσα να μην ξεκινήσω από το υπέροχο collage που επιμελήθηκε ο ίδιος ο Yoshida, το οποίο πιθανότατα ξεπερνά σε κάλλος και τα τέσσερα προηγούμενα, μένοντας φυσικά πιστό στην ιαπωνική τεχνοτροπία που κυριαρχεί πάντα στις δουλειές της μπάντας. Κι όμως, ακόμα κι αυτό το πανέμορφο εξώφυλλο είναι αδύνατο να προϊδεάσει τον ακροατή αρκετά θετικά σε σύγκριση με την τελική εντύπωση μετά την ακρόαση, 61 λεπτά μετά.

Το Vleztemtraiv μπαίνει με τον πιο δύστροπο και ενεργητικό τρόπο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς (αν και δύσκολα μπορεί). Το ακόμα πιο ξεκάθαρο zeuhl των Koenji Hyakkei ξεχύνεται από τα ηχεία με τον πλέον επιβλητικό τρόπο. Το γνωστό και κλασικό πια rhythm section των Yoshida και Sakamoto παρασέρνει την μπάντα σε συνεχείς αλλαγές ρυθμών, με τα πνευστά της Keiko Komori να προσδίδουν τις δέουσες avant-garde ακροβασίες σε περιβάλλον φανερά πιο rock και heavy. Σε αυτό συμβάλλουν καθοριστικά τα δύο νέα μέλη του σχήματος: ο εξαιρετικός Kei Koganemaru στην κιθάρα και ο μαγευτικά ασταμάτητος Taku Yabuki στα πλήκτρα. Τον πρώτο ρόλο των -τόσο σημαντικών για το zeuhl- φωνητικών ήχων έχει φυσικά η Ah και το συνολικό αποτέλεσμα εκτινάσσεται σε δυσθεώρητα ύψη. Το συγκεκριμένο εναρκτήριο έπος αποτελεί την ιδανική σοκαριστική εισαγωγή στο Dhorimviskha με μελωδίες που συναρπάζουν και φράσεις που  κόβουν την ανάσα. Κι όμως, αυτά τα 10 λεπτά και κάτι ήταν μόνο η αρχή…

Το Levhorm ξενικά με αντίστοιχη avant-prog μελωδική περιφραστικότητα, οδηγώντας σε ένα blues άνοιγμα με την Ah να αναλαμβάνει τα ηνία με εκπληκτικά soul vocalese -άλλη μία έκπληξη εδώ- που κορυφώνονται πριν γίνει η επαναφορά στο αμιγώς zeuhl στοιχείο με τις ταχύτητες να ανεβαίνουν απότομα οδηγώντας σε ένα αντίστοιχα μεγαλειώδες κλείσιμο. Η σκυτάλη δίνεται στο Zjindhaiq, ένα πιο χαρακτηριστικά zeuhl και με στοιχείο RIO κομμάτι στο οποίο πρωταγωνιστεί για άλλη μία φορά η Ah με την κλασικότροπη ερμηνεία της αυτή τη φορά. Το Phlessttighas συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο, με την πυκνότητα πληροφορίας να παραμένει σχεδόν παράλογα υψηλή. Εδώ το avant-prog συναντά το συμφωνικό prog (λόγω των πλήκτρων κυρίως) και η συσσωματωμένη ορχήστρα (όργανα και φωνητικά) των Koenji Hyakkei για άλλη μία φορά επιδεικνύει έναν απαράμιλλο εκφραστικό πλουραλισμό.

Μετά από ένα δευτερόλεπτο σιωπής, το κλαρινέτο της Komori μας παρασέρνει στην υπέροχη  δυσαρμονία του Djebelaki Zomn, σε ένα ντελίριο πασίπυκνων αλλαγών μέτρων. Εδώ και πάλι ο Yabuki επεκτείνει το εύρος της παλέτας με τις jazz πινελιές και το υπέροχο σόλο του, ενώ στο δεύτερο μισό τα δύο στοιχεία γίνονται πια εντελώς δυσδιάκριτα στο avant-prog fusion ντελίριο που ακολουθεί. Ασύλληπτα δύσκολο εκτελεστικά κομμάτι.

Το κλασσικότροπο στοιχείο επανέρχεται στο συγκλονιστικό Palbeth Tissilaq, με την Ah να μαγεύει με το εύρος της φωνής της πάνω σε ένα επαναλαμβανόμενο υπέροχο jazzy prog μελωδικό μοτίβο που κονιορτοποιείται από το σκληρό κιθαριστικό σόλο του Koganemaru πριν το υπέροχα δύστροπο zeuhl της μπάντας κυριαρχήσει ξανά, αυτή τη φορά με πολύ heavy φόντο και σχεδόν όλα τα μέχρι τώρα αναφερθέντα στοιχεία να ισορροπούν. Φαντάζει απίστευτο αν δεν το ακούσει κανείς.

Ο δίσκος κλείνει με το ομώνυμο epic που ξεκινάει με έναν πιο ελευθεριακό jamming χαρακτήρα με το ασυμβίβαστο prog να κυριαρχεί και εδώ. Το κομμάτι αυτό ίσως να ακούγεται και προφητικό για αυτά που θα ακούσουμε στο μέλλον. Το zeuhl δεν υπερκαλύπτει τα πάντα και η στροφή του ήχου γίνεται κυρίως σε μελωδικό 70s prog και δευτερευόντως σε jazz μελωδίες. Ο αυτοσχεδιασμός που ακολουθεί με τα φωνητικά της Ah να ακούγονται επιεικώς ακατόρθωτα καθώς οδηγούν στον ομαδικό prog geek παροξυσμό που σβήνει με την πιο zeuhl -και φυσικά πιο Magma- στιγμή του δίσκου, πριν ένα τελευταίο ξέσπασμα, λες και μας έλειψαν οι εκπλήξεις…

Το γεγονός ότι και τα οκτώ ασύλληπτα κομμάτια αποτελούν συνθέσεις αποκλειστικά του αρχηγού και οραματιστή Tatsuya Yoshida προσδίδει ακόμα μεγαλύτερο κύρος σε έναν ζωντανό θρύλο του avant-prog. Ρίχνοντας μία και μόνο ματιά στην ιστορία του ίδιου όσο και των Koenji Hyakkei, τα συμπεράσματα είναι αναπόδραστα. Όσο εξαιρετικά κι αν είναι τα τέσσερα πρώτα, το Dhorimviskha είναι πασιφανώς το κορυφαίο άλμπουμ της μπάντας από κάθε άποψη και φυσικά δεν είναι μόνο αυτό. Πρόκειται για ένα από τα κορυφαία δείγματα zeuhl γενικά κι έναν από τα καλύτερους progressive δίσκους μετά το 2000. Το μόνο δυστυχές στην όλη υπόθεση είναι ότι ο ακραίος, ασυμβίβαστος και περφεξιονιστικός χαρακτήρας της μουσικής που περιέχεται εδώ λειτουργεί απωθητικά για πολλούς. Πολύ κρίμα για αυτούς.

9.5 / 10

Δημήτρης Καλτσάς