Glutton – Eating Music

[Apollon Records, 2019]

Εισαγωγή: Πέτρος Παπαδογιάννης
Μετάφραση: Αλέξανδρος Μαντάς

Η κυκλοφορία ενός άλμπουμ από την αγαπημένη πλέον εταιρεία Apollon Records προδιαθέτει όχι απλώς θετικά, αλλά συνεπάγεται a priori την ύπαρξη ενδιαφέροντος μουσικού πειραματισμού σε αυτό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, οι ίδιοι οι Glutton με το εξαιρετικό τους Outliers το 2017 δημιούργησαν τις προσδοκίες για την αναμονή του επόμενου βήματός τους, αναγκάζοντάς μας ταυτόχρονα να κοιτάξουμε πίσω και να ακούσουμε το άκρως ενδιαφέρον ντεπούτο τους Parts of Αnimals (2013).

Τα μέλη των Glutton έχουν συμμετοχές σε projects που περιστρέφονται γύρω από το underground post-rock. To trio από το Όσλο αποτελείται από τους Eirik Ørevik Aadland (κιθάρα, φωνητικά), τον Ola Mile Bruland (μπάσο) και τον Jonas Eide Hollund (ντραμς). Διάφοροι σημαντικοί guest μουσικοί στα πνευστά, στα samples / programming και στα κρουστά πλαισιώνουν το όλο εγχείρημα  του Eating Music.


 

Η καθιέρωση άλλης μιας σπουδαίας νορβηγικής μπάντας

Το 48 λεπτών διάρκειας άλμπουμ περιλαμβάνει εννέα συνθέσεις εκ των οποίων οι τρεις είναι μικρές εισαγωγές. Το εναρκτήριο σχεδόν 10λεπτο Far Away  είναι ένα  δυναμικό prog διαμάντι που επιβεβαιώνει την ικανότητα της μπάντας να περιλαμβάνει στον ήχο της alternative επιρροές, χωρίς να αλλοιώνεται στο ελάχιστο η τεχνικότητα της σύνθεσης. Με το εισαγωγικό τμήμα της σύνθεσης να φέρει κάτι από Mars Volta και At The Drive In, τα αλλεπάλληλα solos της κιθάρας θα προετοιμάσουν την είσοδο των πνευστών ως συνοδευτικά του ρεφρέν Blue skies, sore eyes, were twin souls, its a blur, ώστε να συντελεστεί και η κορύφωση.

Στα 10 λεπτά του The Tomb of the Unknown Ontonaut ξεδιπλώνονται οι ηχητικές αναφορές τους στους Jaga Jazzist, οπότε και στους Motorpsycho της μεσαίας περιόδου, αλλά και στη σύγχρονη προσέγγιση της Νορβηγικής σκηνής στην jazz.

Το Pinhole είναι μία υπέροχη post rock σύνθεση, εμπλουτισμένη όμως με solos και πινελιές πνευστών αλλά και υπέροχα falsettos στα φωνητικά. Οι τόσο καλοδουλεμένες φωνητικές μελωδίες και τα έξυπνα τοποθετημένα φωνητικά στις συνθέσεις που είναι ένα από τα ισχυρά σημεία της μπάντας καταφέρνουν και απογειώνουν τη σύνθεση. Κάπου εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχουν πλέον συνθέσεις με Νορβηγικούς στίχους όπως γινόταν σε μέρος του Outliers. Ενώ πραγματικά απολαμβάνω τη νορβηγική γλώσσα, η απουσία της δεν μου έλειψε στη ροή του Eating Music.

Το Eating Music λειτουργεί ως ενδιάμεσο τραγούδι στα τρία επόμενα που ακολουθούν όπου το ύφος του άλμπουμ διαφοροποιείται σημαντικά, σε βαθμό που ξαφνιάζει. Η όμορφη χορωδιακή εισαγωγή του Future Blue θα ακολουθηθεί από ένα ύφος που αγκαλιάζει επιρροές από την ηλεκτρονική μουσική και το post rock ισομερώς. Η  υποχώρηση του prog είναι εμφανής, ενώ η όποια space ατμόσφαιρα που διέθετε η προσέγγιση των Glutton δημιουργείται περισσότερο από τα πλήκτρα και το programming παρά από τα effects και τον τρόπο παιξίματος της κιθάρας. Ενώ είναι όμορφες συνθέσεις που συνοδεύονται από την εκπληκτική δουλειά στο drumming, δεν το κρύβω ότι προτιμώ το πρώτο μέρος του άλμπουμ, δηλαδή τα τρία πρώτα τραγούδια. To Space and Our Hearts που κλείνει το δίσκο με αυτή του τη μαγική space ατμόσφαιρα και τα samples στο μεσαίο μέρος του αποτελεί την καλύτερη εκ των τριών συνθέσεων του άτυπα δεύτερου μέρους του άλμπουμ.

Οι Glutton αποτελούν ένα ακόμα μικρό διαμάντι της νορβηγικής σκηνής. Είναι αυτή η σπάνια προσέγγιση που συνοδεύεται όμως και από τη σχετική ικανότητα που τους κάνει τόσο σημαντικούς. Το να σμίγουν ιδανικά το prog της δεκαετίας του ‘70 με το post-rock των 00’s, τη σύγχρονη σκηνή της jazz και την ηλεκτρονική μουσική.

8 / 10

Πέτρος Παπαδογιάννης

 

2η γνώμη

 

Είναι χαρακτηριστική η άνεση που χρόνια τώρα οι Νορβηγικές προοδευτικές μπάντες αποφεύγουν την τυποποίηση του progressive της ταμπέλας. Οι Glutton δεν αποτελούν εξαίρεση στον κανόνα. Η μουσική τους είναι σαφέστατα περιπετειώδης και πολυποίκιλη. Παρόλο που δεν τετραγωνίζουν τον κύκλο, αυτό που κάνουν βασίζεται στην ουσία της λέξης «πρόοδος», χωρίς να σταματά ούτε στιγμή να είναι βαθύτατα rock. Το να περιγράψεις το ύφος τους δεν είναι ιδιαίτερα εύκολο, αφού έχουν καταφέρει να ενσωματώσουν πλήρως τις επιρροές τους. Το rock τους προέρχεται κυρίως από το indie και το alternative των 80s και 90s, αλλά και το neo-psych. Παρόλα αυτά το παίξιμό τους είναι αρκετά ακριβές και σφιχτό, με ξεκάθαρο jazz  background και μια τάση προς το πιο math κομμάτι του post-rock. Σε κάποια σημεία η κιθάρα και τα φωνητικά βγαίνουν μπροστά, ενώ σε άλλα τα guest έγχορδα παίρνουν τα ηνία. Το Eating Music είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κυκλοφορία, με ξεκάθαρο Νορβηγικό ύφος, που θα μπορούσε να αποτελεί κάποια παλιά χαμένη συνεργασία των Motorpsycho με Νορβηγούς jazz μουσικούς. Και αυτό είναι σίγουρα μεγάλο κομπλιμέντο.

8 / 10

Κώστας Μπάρμπας