Double Treat – Wander Thirst

   [Sleaszy Rider Records, 2013]

wander_thirst

 

 

 

 

 

 

Εισαγωγή: Δημήτρης Καλτσάς

29 / 12 / 2013


doubletreat1

Μαθαίνοντας για την κυκλοφορία του ντεμπούτου των Double Treat την περασμένη άνοιξη, το πρώτο πράγμα που μου ήρθε σαν σκέψη ήταν το πόσο μακρινό φαντάζει σήμερα το μοναδικό εκείνο άλμπουμ των What’s The Buzz? (2000). Στα χρόνια που μεσολάβησαν μετά τη διάλυση των What’s The Buzz?, ο (drummer τους τότε) Σωτήρης Λαγωνίκας κυκλοφόρησε δύο προσωπικούς δίσκους, το “SL Theory – Ι“ (2010) και το πρόσφατο “Progressively Dark” (2012), παίζοντας τα πάντα μόνος του και αναλαμβάνοντας επίσης την παραγωγή και την ενορχήστρωση. Απ’ την άλλη, ο «έτερος Καππαδόκης» της rhythm section των What’s The Buzz?, Χρήστος Κισατζεκιάν, υπήρξε ιδρυτικό μέλος των Infidel, με τους οποίους συμμετείχε στις δύο doom metal κυκλοφορίες τους, “I, Oathbreaker” (2006) και “King Οf Cynical Control” (2011).

Στο “Wander Thirst” oι δύο παλιόφιλοι, που είχαν πρωτογνωριστεί το 1986, ξαναβρέθηκαν μαζί ως ντουέτο (εξού και Double Treat), με τον Κισατζεκιάν να παίζει μπάσο και να τραγουδάει σε ένα κομμάτι (“Who Says”) και τον Λαγωνίκα να κάνει όλα τα υπόλοιπα (φωνητικά, κιθάρα, πλήκτρα, ντραμς). Το “Wander Thirst”, το οποίο οι δυο τους δούλευαν για δύο χρόνια, ισορροπεί μουσικά μεταξύ 70s hard / heavy rock και blues rock, είδη που εδώ και πολλά χρόνια ακούγονται σχεδόν αποκλειστικά από cover bands στην Ελλάδα και δισκογραφικά μάλλον αγνοούνται.

Με βάση τα παραπάνω, αναπόφευκτα ανακύπτουν ερωτήματα. Σε μια εποχή που η μουσική εξειδίκευση και η πολυσυλλεκτικότητα επιρροών από διάφορα είδη χαρακτηρίζει το ύφος, πόσο «εντός κλίματος» είναι μία τέτοια κυκλοφορία; Πόσο εύκολο είναι να αποφύγει μια μπάντα τη ρετρολαγνεία παίζοντας κλασικό ροκ; Αυτά και άλλα, ίσως σκληρά στην πρώτη ανάγνωση, ερωτήματα βρίσκουν απολαυστικά απλές απαντήσεις στην περίπτωση του ντεμπούτου των Double Treat…τουλάχιστον σύμφωνα με τον Γιώργο Τσοποτό και τον γράφοντα… 


 

Rock hard, feel hard!

 

Δεν χωράει αμφιβολία ότι όλοι οι hard rockers ανά το πανελλήνιο γνωρίζουν τους What’s The Buzz?, ένα συγκρότημα το οποίο άφησε κι αυτό το στίγμα του στο παλιομοδίτικο rock, ένα είδος που δεν έχει να επιδείξει πάρα πολλές μπάντες στη χώρα μας με σοβαρή δισκογραφία. Από τις στάχτες λοιπόν των What’s The Buzz? και με τη μορφή ενός ντουέτου, δύο πρώην μέλη τους, ο Σωτήρης Λαγωνίκας και ο Χρήστος Κισατζεκιάν, υπό το project των Double Treat, με περισσή όρεξη, μεράκι και έμπνευση βρίσκουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν κάτι φρέσκο το οποίο βέβαια αναπόφευκτα λοξοκοιτάει προς την αγαπημένη δεκαετία κάθε original rocker!!!

Μπορεί αυτό το φορτίο να το κουβαλάνε μόνοι τους, αλλά σε κάποια κομμάτια τους έχουν την αμέριστη αρωγή συγκεκριμένων φίλων τους κιθαριστών. Έτσι λοιπόν οι βιρτουόζοι Θόδωρος Υδραίος, Αλέξης Φλούρος και Ντένης Κωστόπουλος αναλαμβάνουν την κιθαριστική επένδυση επιλεγμένων κομματιών και παραδίδουν εμπνευσμένα και πολύ ευφάντατα κιθαριστικά solos, απόλυτα εναρμονισμένα με το ύφος των τραγουδιών.

Το εναρκτήριο λάκτισμα το δίνει ένα από το καλύτερα κομμάτια του album, το  δυναμικό και πολύ «Purplish», ”Dreams Coming Back To Life”, το οποίο από το πρώτο κιόλας άκουσμα μου καρφώθηκε στο μυαλό. Eν συνεχεία, συνδυασμός hard rock και blues ύφος παντρεύονται ιδανικά και δυναμικά για να παράγουν το “Εven The Score Tonight”. 

Τρίτο κομμάτι στη σειρά το “Τill The End” που μαζί με το επόμενο “Never Too Late” αποτελούν mid-tempo τραγούδια με φρέσκο μεν ύφος, αλλά με μια γοητευτική παλιά αισθητική, την οποία συνοδεύουν κιθαριστικά solos που φέρνουν στο νου εποχές κατά τις οποίες το hard rock μεσουρανούσε και δεν ήταν απλά ένα αναμνησιακό είδος.

Αισίως φτάνουμε στα μισά του album και έφτασε η ώρα να έρθει  για λίγο στο νου μας και ο Jimi Hendrix με τον  χαρακτηριστικό «τσιμπητό» κιθαριστικό ήχο, που ξέρεις ότι ανά πάσα στιγμή θα ξεσπάσει σε οργισμένες μελωδιές και ανάλογα solos. Κάτι τέτοιο λοιπόν συμβαίνει στο “Who Says”, το οποίο όμως το διαδέχεται η πιο ήρεμη στιγμή του album, το “Die Less” μια rock μπαλάντα στην οποία οι τόνοι πέφτουν και τα φώτα στο bar χαμηλώνουν, ενώ οι καπνοί κατακλύζουν την ατμόσφαιρα. Τέτοιες εικόνες μου δημιούργησε το εν λόγω κομμάτι, το οποίο είναι πολύ ιδιαίτερο και μου άνοιξε την όρεξη για το δεύτερο ή τρίτο αν θέλετε highlight του δίσκου το “Ι’ll Take Your Life”, στο οποίο τα φωνητικά ως ένα βαθμό μου θύμισαν Ozzy, ενώ ρεφραίν και κιθαριστικά / μελωδικά μέρη «κατασκηνώνουν» στο μυαλό σου από την πρώτη  κιόλας ακρόαση.

Είπαμε ότι τα ‘70s έχουν την τιμητική τους στο δίσκο και το “Τhey Are Hunting Me” δεν αποτελεί εξαίρεση, γι’ αυτό και είναι απόλυτα ενταγμένο σε αυτό το σκοπό. Στη συνέχεια κι ενώ το album οδεύει προς την έξοδο, ακολουθεί η μάλλον πιο αδύνατη στιγμή, το μέτριο “Wander Thirst”, αλλά ο δίσκος δεν ξεφεύγει καθόλου καθώς το duo για επίλογο επέλεξε το πιο διαφορετικό και ίσως πιο μεταλλικό κομμάτι του, το Black Sabbath-ικό και αρκετά stoner-ίζον “Guardian Hesperus” που κλείνει με τον καλύτερο τρόπο ένα δυναμικό και αξιολογότατο album που δείχνει ότι οι «γερόλυκοι» του εγχώριου hard rock γνωρίζουν πολύ καλά να αποτυπώνουν στο πεντάγραμμο όλες αυτές τις επιρροές και τα ακούσματα που τους συντρόφευαν και τους συντροφεύουν ακόμα, από την εφηβεία τους μέχρι σήμερα.

 

7.5 / 10

Γιώργος Τσοποτός

 

That’s The Buzz!

 

Η φιλία μεταξύ του Σωτήρη Λαγωνίκα και του Χρήστου Κισατζεκιάν μετρά σχεδόν 30 χρόνια. Ωστόσο, μουσικά οι δυο τους δεν είχαν συνεργαστεί μετά το άλμπουμ των What’s The Buzz? το 2000. Η σύμπραξή τους στους Double Treat τους βρίσκει να παίζουν το αγαπημένο τους 70s hard rock και blues rock, δίνοντας τη δική τους εκδοχή σε ένα τόσο κλασικό είδος, με τις επιρροές να εκτείνονται από τους πρώιμους Whitesnake στους Bad Company και από τους Deep Purple στους Black Sabbath, με το πνεύμα των μεγάλων blues rockers να πλανάται πάνω από τα blues rocking ψυχωμένα σημεία. Δεν έχει νόημα να προσπαθήσει κανείς να αναφέρει όλες τις επιρροές που ακούει στο “Wander Thirst”. Σχεδόν όλοι οι «τιτάνες» του σκληρού κλασικού ροκ των 70s είναι ηχητικά παρόντες, χωρίς να φαίνονται ξεκάθαρα στις περισσότερες περιπτώσεις. Αν μη τι άλλο και οι δύο μουσικοί έχουν την εμπειρία και την ικανότητα να μεταφέρουν αφομοιωμένες τις επιρροές τους στα κομμάτια του “Wander Thirst”.

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία του άλμπουμ είναι η ποικιλία, που σπάνια συναντά κανείς σε τόσο ευθύ μουσικό είδος. Για παράδειγμα, από το βαρύ και ζόρικο heavy blues rock του αλά-Hendrix “Who Says” (όπου τραγουδά ο Κισατζεκιάν), ο ακροατής μεταφέρεται στη μελωδικότατη, σχεδόν λυρική μπαλάντα “Die Less”, την αγαπημένη μου στιγμή στο δίσκο, κυρίως λόγω της βασικής μελωδίας και των καταπληκτικών φωνητικών γραμμών. Το (σοφά) εναρκτήριο “Dreams Coming Back To Life” ξεχωρίζει επίσης για το αναντίρρητο hard rock groove του. Προσπαθώντας να ξεχωρίσω τα καλύτερα κομμάτια σε ένα δίσκο χωρίς ούτε μισό filler, καταλήγω, εκτός των παραπάνω, στο ομώνυμο, επικό και «προγκρεσιβίζον» “Wander Thirst” με ρεφρέν που εύκολα εξελίσσεται σε μέγα κόλλημα, καθώς και το αμιγώς Sabbath-ικό και doomy “Guardian Hesperus” (ελεύθερη μετάφραση και μελοποίηση σε ποίημα του Ελύτη), όπως και την (παραδόξως επίσης Sabbath-ίζουσα) εκδοχή του “Knockin’ On Heaven’s Door” (hidden track). Άξιες αναφοράς είναι και οι συμμετοχές στην κιθάρα  του Θεόδωρου Υδραίου, του Αλέξη Φλούρου και του Ντένη Κωστόπουλου στα κομμάτια “Even The Score Tonight”, “Who Says”, “I’ll Take Your Life”, οι οποίες αναδεικνύουν τις συνθέσεις του ντουέτου σε μεγάλο βαθμό.

Εκτός του άρτιου παιξίματος σε όλο το άλμπουμ και της χαρακτηριστικής φωνής του Σωτήρη, ειδικά στις ψηλές νότες (ο πλουραλισμός του πολυτάλαντου Λαγωνίκα είναι ομολογουμένως σπάνιος), ένα από τα σημαντικότερα «συν» των Double Treat είναι, πρωτίστως νομίζω, η χημεία των δύο φίλων και συνεργατών, με την καταλυτικότητά της να παραπέμπει σε “lock-and-key model”. Το «ενεργό κέντρο» των Double Treat είναι αυτή ακριβώς η εκρηκτική ταύτιση των δύο, η οποία, όμως, ίσως να αποκαλύπτονταν με διαφορετικούς όρους, αν οι Double Treat δεν ήταν ουσιαστικά project, αλλά μπάντα τεσσάρων και όχι δύο ατόμων. Όσο καλοδουλεμένο κι αν είναι το “Wander Thirst”, δυστυχώς ακούγεται σαν άλμπουμ project και αυτό το μειώνει νομίζω, έστω λίγο, σε σχέση με το πόσο μεγαλοπρεπές θα μπορούσε να ακούγεται.

Στην Ελλάδα του 2013, η κυκλοφορία του “Wander Thirst” αποδεικνύει την κενότητα του 70s hard rock και blues rock θώκου δισκογραφικά, χωρίς να ακούγεται αραχνιασμένο, αλλά εκπέμποντας μία φυσική θετικότητα και ένα πηγαίο πάθος για μουσική δημιουργία και έκφραση (οι κοινωνικοί προβληματισμοί σε αρκετούς εκ των στίχων αποτελούν επίσης ικανό επιχείρημα για αυτό). Αν το “Wander Thirst” ήταν η αφορμή να συμπορευτούν ξανά δύο παλιόφιλοι, ελπίζω και εύχομαι στο δεύτερο άλμπουμ τους οι Double Treat να είναι μπάντα. Αυτός θα είναι και ο τρόπος να τους απολαύσουμε να αποδίδουν ζωντανά τα τραγούδια τους. Σε κάθε περίπτωση, τα πρώτα μηνύματα για το επόμενό τους βήμα είναι κάτι παραπάνω από ενθαρρυντικά…(κλικ)

 

7.5 / 10

Δημήτρης Καλτσάς