De Lorians – De Lorians

[Beyond Beyond Is Beyond Records, 2019]

Εισαγωγή: Γιάννης Ζαβραδινός
Μετάφραση: Λευτέρης Σταθάρας

Η ιστορία έχει αποδείξει ότι όταν οι προσφιλείς μας Ιάπωνες που μας αιχμαλωτίζουν με την αμίμητη αισθητική και τον πολιτισμό τους, πετυχαίνουν εξίσου να εμπλουτίσουν με δυτικές επιρροές την τέχνη τους. Διαθέτουν την ικανότητα να φιλτράρουν και να αφομοιώνουν μέσα από τον δημιουργικό οίστρο κάθε τί που τους εμπνέει, καταφέρνοντας πάντα να μας συγκινούν και να διατηρούν το ενδιαφέρον με όποια μορφή τέχνης κι αν καταπιαστούν. Τα μουσικά δείγματα γραφής, αμέτρητα και ανυπολόγιστης αξίας μέσω εξαιρετικών εκπροσώπων, απλά επιβεβαιώνουν την υπερβατική φαντασία που τους διακρίνει. Με το βλέμμα στο παρόν και στο μέλλον θα υποδεχτούμε τους νεοσύστατους De Lorians και το ομώνυμο ντεμπούτο τους που αναμφίβολα θα κάνει αίσθηση!


 

Από την Ιαπωνία στο Canterbury σε 32 λεπτά

To progressive rock ελευθέρας δομής λόγω jazz και avant-garde στοιχείων αποτελούσε ανέκαθεν την καταλληλότερη πλατφόρμα έκφρασης για μουσικούς με αυτοσχεδιαστική διάθεση διεκδικώντας πάντα την υπέρβαση. Ο πολυοργανίστας Takefumi Ishida και οι «συνένοχοί» του φροντίζουν από νωρίς να μας το υπενθυμίσουν, έχοντας επιλέξει έναν δύσβατο μονοπάτι που ακροβατεί στην κόψη του ξυραφιού. Οι αναφορές ξεκάθαρες όσο  και αγαπημένες, παραθέτονται χωρίς συμβιβασμούς με όλο τον ενθουσιασμό που επιβάλλεται να έχει ένα ντεμπούτο. Από τους φρενήρεις και παιχνιαδιάρικους πειραματισμούς των πρώιμων Mothers of Invention, μέχρι τον jazz λυρισμό του Elton Dean των Soft Machine της περιόδου 3 και 4. Aπό τις μελωδικές στιγμές των Hatfield and the Νorth μέχρι το Zeuhl πειθαρχημένο χάος που κατά διαστήματα παρουσιάζουν μέσα από μια γενικευμένη προσπάθεια να αποκαλύψουν την δική τους ταυτότητα.

Η μπάντα γενικά ακούγεται συγκροτημένη παρόλη την πολυφωνία, κάτι που οφείλεται και στην παραγωγή που αναδεικνύει τις αρετές των μουσικών και την ατμόσφαιρα που προσφέρει το υλικό. Η ρυθμική βάση ευέλικτη με τις καίριες αυξομειώσεις στις δυναμικές, λειτουργούν υποστηρικτικά στην εμπροσθοφυλακή αποτελούμενη απο τα πνευστά, τα πλήκτρα και την κιθάρα του Soya Nogami να θυμίζει νοσταλγικά το ύφος του Phill Miller. H σκηνή του Canterbury παίζει δυνατά εδώ περισσότερο ως όχημα αυτοσχεδιασμού παρά σαν μελωδική βάση, όπως έκαναν κάποτε οι συμπατριώτες τους Ain Soph με τους οποίους μοιράζονται τις ίδιες επιρροές. Η ενέργεια που αποπνέει η απόδοση είναι πραγματικά ελκυστική με αποτέλεσμα την γρήγορη εναλλαγή και ουσιαστική ανάπτυξη των θεμάτων χωρίς να επεκτείνονται σε φλύαρες αποκλίσεις. Ενθουσιώδεις αλλά μετρημένοι, εντυπωσιάζουν με την ωριμότητά τους στη σύνθεση και την ολοκληρωμένη τους φιλοσοφία που ασφαλώς έχει πολλά περιθώρια για αναζήτηση προσωπικού στίγματος. Το Α Ship of Mental Health μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί αν όχι το κορυφαίο του δίσκου, σίγουρα το πιο αντιπροσωπευτικό.

Oι De Lorians μέσα από τα 32 μόλις λεπτά που μας συστήνονται και θέτουν τον πήχη πολύ ψηλά. Η γενικότερη φιλοσοφία του δίσκου ως ντεμπούτο είναι απολύτως εύλογη. Η παράθεση των επιρροών ως έναυσμα είναι σε πρώτο χρόνο αναμενόμενη. Βρετανικό ήχος, 70s ατμόσφαιρα ως συνταγή με μοντέρνες ευαισθησίες και όλο το εγχείρημα στέφεται με επιτυχία. Πέρα όμως του σεβασμού προς τις μουσικές τους καταβολές, όπως εμφατικά παρουσιάζονται, υπάρχουν και κάποιες τάσεις αυτονομίας οι οποίες ευχόμαστε να εμπλουτίσουν περισσότερο την ήδη πολύχρωμη παλέτα τους σε μεταγενέστερα πονήματα που ασφαλώς ελπίζουμε πως θα υπάρξουν. Υπάρχει ταλέντο, νεύρο, έμπνευση και άψογη τεχνική κατάρτιση και αυτό καταμαρτυρά λαμπρό μέλλον. Προς το παρόν, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να απολαύσουμε το ξεκίνημά τους και να ευχηθούμε ακόμα καλύτερη συνέχεια.

8.5 / 10

Γιάννης Ζαβραδινός

 

2η γνώμη

 

Το full-length ντεμπούτο των De Lorians είναι μία από τις πιο ευχάριστες μουσικές εκπλήξεις στο 2019. Ο λόγος; Τόσο το περιεχόμενο όσο και το απίστευτο δέσιμο των πέντε νεαρών μουσικών (22-27 ετών) από το Τόκιο. Το instrumental σύνολο παίζει Canterbury prog με στοιχεία Zappa κατά τόπους και το κάνει πολύ καλύτερα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, δεδομένων των υψηλών απαιτήσεων του είδους. Τα επτά κομμάτια (υπάρχει και ένα σύντομο reprise) είναι ισάξια και δεν αποκλίνουν καθόλου θεματικά, διατηρώντας ταυτόχρονα το ενδιαφέρον του ακροατή έντονο καθόλα τα 32 λεπτά του album που φαντάζουν λίγα σε κάθε ακρόαση, λόγω της εξαιρετικής ροής του δίσκου. Το επίπεδο τεχνικής και των πέντε μελών δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Το μόνο που μένει να βελτιωθεί στο μέλλον είναι ο προσωπικός χαρακτήρας της μπάντας, που για την ώρα χρωστά πολλά στους Soft Machine, τους Hatfield and the North και άλλα σχήματα του Canterbury.

7.5 / 10

Δημήτρης Καλτσάς