Baroness – Gold & Grey

[Abraxan Hymns, 2019]

Εισαγωγή: Χρήστος Μήνος
Μετάφραση: Λ. Σταθάρας, Δ. Kαλτσάς
14 / 09 / 2019

Από τον πρώτο δίσκο τους, οι Baroness επιλέγουν ένα διαφορετικό χρώμα για το εξώφυλλο τους, τα οποία φιλοτεχνεί ο τραγουδιστής John Baizley, με το εκάστοτε χρώμα να δίνει και το όνομα της κάθε τους κυκλοφορίας. Φέτος βρισκόμαστε αισίως στο πέμπτο τους album που ως είθισται δεν παρεκκλίνει από την παράδοση και φέρει τα χρώματα του χρυσού και του γκρι.

Τα φετινά χρώματα έρχονται μαζί με τον προκάτοχο τους, το ροζ, να χρωματίσουν τη πορεία της μπάντας μετά την παρ’ ολίγο τραγωδία του 2012. Το αυτοκινητιστικό δυστύχημα στο οποίο ενεπλάκη η μπάντα στάθηκε καθοριστικό για τη σύνθεση και το μέλλον των Baroness. Ωστόσο, βρήκαν το σθένος να συνεχίσουν με ανανεωμένο δυναμικό και πίστη πως η μπάντα είχε πολλά ακόμα να προσφέρει. Το Gold & Grey δημιουργεί συνειρμούς αναφορικά με το μονοπάτι στο οποίο στέκονται. Το γκρι εκπροσωπεί τις άσχημες αναμνήσεις και στους αντίποδες πάνω στο χρυσό αντικατοπτρίζεται το μέλλον που μπορεί να συνεχίσει να είναι σπουδαίο.


 

Γκρι αλλά κυρίως χρυσό

Σύμφωνα με τις δηλώσεις της μπάντας, η θεματική των χρωμάτων κλείνει με τον παρόντα δίσκο κάτι που του δίνει μια ξεχωριστή ιδιαιτερότητα αλλά είναι κυρίως το περιεχόμενο που τον κατατάσσει στους σημαντικότερους σταθμούς της μπάντας. Αν και η ωρίμανση είναι μια λέξη αφηρημένη που δύσκολα μπορεί να περιγράψει τη φάση που διανύει μια μπάντα, στο Gold & Grey γινόμαστε κοινωνοί της μετάβασης της μπάντας προς κάτι διαφορετικό σε σχέση με το έχει προηγηθεί . Δίπλα στις αρχικές καταβολές που ολοένα και περιορίζονται με την πάροδο των χρόνων προστίθενται με οργανικό τρόπο η προοδευτική και η ψυχεδελική μουσική που είναι τα υλικά πάνω στα οποία σμιλεύεται ο σύγχρονος ήχος της μπάντας.

O ήχος πλέον των Baroness γίνεται πολυσυλλεκτικός. Ναι μεν υπάρχει το metal υπόβαθρο το οποίο όμως προϊόντος του χρόνου γίνεται δεκτικό σε νέα είδη και επιρροές. Η παραγωγή του δίσκου επιμελημένη από τον Dave Fridmann, η οποία συζητήθηκε πολύ και κατά κύριο λόγο οι κρίσεις του κοινού είναι αρνητικές ως προς τη ποιότητα της, στοχεύει να αναδείξει τη περιπετειώδη φάση στην οποία βρίσκεται η μπάντα. Μια περιπέτεια γεμάτη συγκινήσεις από το post και τη ψυχεδέλεια που θέλουν χρόνο από τον αποδέκτη για εκτιμηθούν όπως τους αξίζει.

Ο δίσκος εκτείνεται σε περίπου μια ώρα και η διάρκεια του αναδύει φιλοδοξία και προσδοκίες για τα τραγούδια του. Θα μπορούσε να γινόταν διπλός όμως ακόμα και έτσι υπάρχει κάτι που διαχωρίζει το πρώτο από το δεύτερο μισό. Τα πρώτα του κομμάτια είναι μάλλον τα πιο σκληρά. Το I am Already Gone, το Τhrow me an Anchor που θυμίζει τις πρώτες ημέρες των Mastodon. Aυτό που κυρίως εντυπωσιάζει πέρα από τη σκληρότητα ή μη των κομματιών είναι η σπουδή που έχει αφιερωθεί στη σύνθεσή της. Ο ήχος τους ενσωματώνει πολλά και καινούργια στοιχεία, κλασικές ενορχηστρώσεις, πιάνο, στοιχεία που κάνουν τον ήχο των Βaroness να στέκεται στο πιο ώριμο σημείο της καριέρας τους. Ο ήχος των Mastodon συναντά την αρχετυπική μεγαλοφυΐα των King Crimson και μαζί αφουγκράζονται τις μελαγχολικές μελωδίες των Cure…

Η αίσθηση πως ο δίσκος όσο κυλάει γίνεται ολοένα και πειραματικός και ενδιαφέρον βρίσκει επιβεβαίωση σε κομμάτια όπως το Borderlines και μέχρι το τέλος κρατάει το ενδιαφέρον αμείωτο. Η ιδιάζουσα φωνή του John Baizley δίνει στα τραγούδια τη χαρακτηριστική σφραγίδα των Βaroness που μετά το φετινός τους δίσκος έχουν πολλά και ενδιαφέροντα προσδώσει στο παγιωμένο τους ύφος.

Το Gold & Grey έρχεται μέσα σε μια χρονιά όπως το 2019 που δυστυχώς δεν έχει να επιδείξει πολλά αναφορικά με τις metal κυκλοφορίες. Ο δίσκος δεν είναι επ’ ουδενί μια αμιγώς metal κυκλοφορία προσφέρει όμως αυτό που λείπει από metal για να ακουστεί εκ νέου συναρπαστικό.

8 / 10

Χρήστος Μήνος

 

2η γνώμη

 

Μετά από χίλια κύματα οι Baroness επιστρέφουν με τον πέμπτο τους δίσκο και τον τελευταίο που έχει τίτλο βασισμένο στο φάσμα των χρωμάτων. Τα δεκαεπτά (!!) κομμάτια που υπάρχουν στο δίσκο μπορεί να ακούγονται πολλά, αλλά συνολικά ο δίσκος διαρκεί λίγο παραπάνω από μία ώρα ενώ υπάρχει αρκετό βάθος και ποικιλία για να κάνει τον δίσκο ενδιαφέρον. Η κιθαρίστρια και backing vocalist Gina Gleason είναι η μόνη αλλαγή στη σύνθεση της μπάντας και η φωνή της ταιριάζει απόλυτα στην μπάντα και αυτό φαίνεται εξαιρετικά στο κομμάτι που κλείνει τον δίσκο Pale Sun. Ο δίσκος αρχίζει με τα Front Toward Enemy  που μαζί με το Already Gone σε πιάνουν κατευθείαν από τα μούτρα. Τα κομμάτια είναι λίγο πιο εύπεπτα έως και radio friendly με σκοπό να δουλέψουν σαν εισαγωγή στο δίσκο. Παρόλα αυτά η μουσική είναι αρκετά raw και δίνει ταυτότητα στον ήχο της μπάντας. Όσο πιο βαθιά προχωράμε στο δίσκο τόσο η μουσική γίνεται πιο ατμοσφαιρική, spooky με αρκετά ψυχεδελικά και πειραματικά στοιχεία κάτι που κάνουν το δίσκο πολύ ενδιαφέρον.

8.5 / 10

Λευτέρης Σταθάρας