Arcturus: μια ιστορία καινοτομίας

Οι θρυλικοί πρωτοπόροι του avant-prog metal Arcturus θα εμφανιστούν ζωντανά στη σκηνή του Temple Athens στις 12 Ιανουαρίου, κάνοντας το τέλειο συναυλιακό ποδαρικό για το 2018 στην Ελλάδα. Αυτή ήταν η ιδανική ευκαιρία να κάνουμε μια αναδρομή στα μόλις πέντε, αλλά τόσο διαφορετικά μεταξύ τους albums της μπάντας.



Aspera Hiems Symfonia
[Ancient Lore Creations, 1996]

Κατά τη διάρκεια του ξεσπάσματος του Νορβηγικού black metal, πέρα από τους παραδοσιακούς δίσκους του ιδιώματος, κυκλοφόρησαν σχετικά γρήγορα και αρκετές μουσικές παραδοξότητες. Το Aspera Hiems Symfonia παίζει στα όρια αυτού του παραδόξου. Η βάση του είναι το συμφωνικό black metal, αλλά ο ιδιαίτερος τρόπος σύνθεσης του Sverd το διαφοροποιεί αρκετά. Το baroque στοιχείο όλως παραδόξως δένει τέλεια στις black metal συνθέσεις. Η συμμετοχή ενός Malmsteen-ικου κιθαρίστα, όπως ο Carl August Tidemann, σε συμφωνικό ακραίο metal δίσκο, θα αποτελούσε συμβόλαιο με το kitsch σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση. Είναι όμως η υψηλή αισθητική στάθμη του Sverd που δεν επιτρέπει ούτε ένα ίχνος cheesiness να εμφανιστεί. Ο άψογος τρόπος που τα κομμάτια ρέουν  και εξελίσσονται αποτελεί το βασικό ατού των Arcturus και είναι χαρακτηριστικό που τους ακολουθεί από τότε. Τα φωνητικά του Garm είναι κοντά στον τρόπο που τραγουδά στους δύο πρώτους δίσκους των Ulver. Με τις χαρακτηριστικές του τσιρίδες, αλλα και με τον ιδιαίτερο τρόπο που τραγουδά καθαρά, καταφέρνει να μας εντάξει στον βαρύ χειμώνα, το κεντρικό θεματολογικό πυρήνα και τίτλο του δίσκου. Έναν δίσκο που καταφέρνει εκτός από το να δικαιολογήσει τον τίτλο του, να αποτελέσει μια εκ των απάτητων κορυφών της ιστορίας του black metal. Και αυτό ήταν μόνο η αρχή για τους Arcturus…

Κώστας Μπάρμπας

 

La Masquerade Infernale
[Music for Nations, 1997]

Ο δεύτερος δίσκος των Arcturus κυκλοφόρησε το 1997 και ήταν ένας σταθμός στην ιστορία της metal μουσικής. Για άλλη μια φορά ο ακραίος χώρος στεκόταν προάγγελος της προόδου για ένα είδος που κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘90 ανακάλυπτε καινούργιους ορίζοντες και αδιανόητες προοπτικές γινόντουσαν εφικτές. To συμφωνικό black metal του παρελθόντος έδινε τη θέση του σε μια απρόσμενη κατεύθυνση που μόνο ο όρος avant-garde προσιδιάζει να περιγράψει τα όσα συντελούνται στο La Masquerade Infernale. Σαν μια απόκοσμη ιστορία του Poe (το Alone είναι μελοποίηση του ομότιτλου ποιήματός του) το περιεχόμενου του δίσκου αποτελεί καταβύθιση σε ένα σκοτεινό κόσμο φαντασίας που ίσως μόνο στη Νορβηγία τότε μπορούσε να γραφτεί. Οι black metal καταβολές υποχωρούν -αλλά δεν εξαφανίζονται ποτέ από το υπόβαθρο- για να δώσουν άπλετο χώρο στις προοδευτικές αναφορές (όπως οι Magma), να σμιλεύσουν μαζί με τις ηλεκτρονικές καινοτομίες,τα απίστευτα samples σε ένα έργο που ακόμα και σήμερα παραμένει αινιγματικά πρωτοποριακό. Η έντονη θεατρικότητα που απορρέει από τα φωνητικά, τα κλασσικά όργανα που επιστρατεύονται για να προσδώσουν έντονη ατμόσφαιρα, το metal στοιχείο που αν και διαφορετικό παραμένει πανταχού παρόν, όλα δίνουν το οριστικό στίγμα στον δίσκο που παραμένει μέχρι και σήμερα το απόλυτο έργο που γέννησε η φαντασία των Arcturus.

Χρήστος Μήνος

 

The Sham Mirrors
[Ad Astra Enterprises, 2002]

Χωρίς ιδιαίτερο άγχος για το αν θα ξεπεράσουν το αξεπέραστο (La Masquerade Infernale), οι Arcturus μας πετάνε εμφατικά στα μούτρα το εναρκτήριο, μυθικό πλέον, Kinetic κι έτσι μας επανασυστήνονται. Μα καλά, πώς είναι δυνατό να διαφοροποιήθηκαν τόσο έξυπνα από τα προηγούμενά τους άλμπουμ και το αποτέλεσμα να είναι τόσο Arcturus;! Χωρίς τη σκοτεινή κι ηθελημένη υπερβολική θεατρικότητα των φωνητικών του La Masquerade Infernale, ο Garm (ως Trickster εδώ) μας χαρίζει εξαιρετικές ερμηνείες με καθαρές rock μελωδικές γραμμές, ανατολίτικα φωνητικά κόλπα, ενώ τα  black φωνητικά που συναντάμε στο Radical Cut και παραπέμπει στο ύφος του ντεμπούτου τους, αναλαμβάνονται από τον Ihsahn (Emperor). Ο Hellhammer -ως σπουδαίος μουσικός που είναι- εναλλάσσει ταχύτητες και ρυθμούς ανάλογα με την περίσταση, όπως και ο κιθαρίστας και ο μπασίστας. Ο συνθέτης του άλμπουμ, ο πληκτράς Sverd, είναι αυτός που αφήνει το στίγμα του περισσότερο από τον καθένα. Επιβλητικοί space ρυθμοί στη συντριπτική διάρκεια του άλμπουμ, κλασσικότροπα σημεία, επιβλητικά περάσματα επηρεασμένα από μελωδίες της μέσης ανατολής  και από το πουθενά εμφανίζονται  trip hop σημεία,  όλα υπό το πέπλο μίας έντονης μεταλλικής διάθεσης. Οι κίβδηλοι καθρέφτες τους (sham mirrors), προσφέρουν μία πραγματική εικόνα προς τον αστερισμό Arcturus. Ad astra!

Πέτρος Παπαδογιάννης

 

Sideshow Symphonies
[Season Of Mist, 2005]

Στον τέταρτο δίσκο τους οι Arcturus είχαν να αντιμετωπίσουν τη φυγή του Garm κι αυτό το πέτυχαν με τον ερχομό του ICS Vortex, μια κίνηση που με πρώτη ματιά έδειχνε οτι θα προσπαθήσουν να κινηθούν σε πιο safe μονοπάτια. Αντιθέτως όμως κυκλοφόρησαν ένα δίσκο συνεχίζοντας την παράδοση που έχτισαν στο παρελθόν, δηλαδή avant-garde metal με τεχνικό παίξιμο από τους μουσικούς και έντονη θεατρικότητα στην ερμηνεία των κομματιών, χωρίς όμως να καταφέρουν να ξεπεράσουν τον προκάτοχό του, όπως έκαναν μέχρι τότε. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι ο δίσκος δεν είναι καλός, μιας και έχει μερικά υπέροχα τραγούδια, όπως τα Shipwrecked Frontier Pioneer και Evacuation Code Deciphered τα οποία κοιτούν στα μάτια την πρότερη δισκογραφία τους. Η μεγάλη του διάρκεια όμως, πιστεύω ότι λειτούργησε αρνητικά μιας και έριξαν βάρος στο να γράψουν πολλή μουσική και στο δεύτερο μισό του δίσκου υπάρχουν κάποιες αδύναμες στιγμές, καθιστώντας τον άνισο στο περιεχόμενο του. Παραμένει όμως ένας Arcturus δίσκος, με λιγότερο πειραματισμό και καινοτομία στα κομμάτια, αλλά ποιοτικός και στο στυλ που μονο αυτοί ξέρουν να γράφουν.

Γιάννης Βούλγαρης

 

Arcturian
[Prophecy Productions, 2015]

Στην είδηση της επανασύνδεσης του διαστημότσιρκου δε μπορώ να πω πως ίδρωσε το αυτάκι μου, καθώς τούτοι οι Νορβηγοί νομίζω πάντα υφίσταντο ως ένα super side-project υπερταλαντούχων μουσικών, οπότε διαλύσεις και επανασυνδέσεις θα ήταν εντός προγράμματος. Αυτό που ήρθε να μας δώσει λίγο DNA από το νέο τους πόνημα, ήταν το πρώτο κομμάτι του Arcturian, το The Arcturian Sign, το οποίο με έκανε να δακρύσω από συγκίνηση, καθώς συνθετικά, εμπεριείχε όλα τα στοιχεία που συνετέλεσαν στο να θεωρούνται μια από τις μεγαλύτερες και ιδιαίτερες ηχητικά, prog – avant garde metal μπάντες, των 90’s κυρίως. Πρόκειται για αντάξιο album της μακρόχρονης prog διαδρομής τους στην εξώσφαιρα του avant-garde metal, στο οποίο εγώ προσωπικά τους τοποθετώ στη θέση του καπετάνιου, δικαιωματικά. Το album έχει τις κορυφώσεις του (βλ. Warp, Crashland, Demon, Pale), αλλά γενικά ρέει σαν ολότητα χωρίς να κάνει κοιλιά σε κανένα σημείο του. Είναι συμπαγές και ολοκληρωμένο. Στη μαρμίτα του Arcturian ανακατεύτηκαν η ιδιοφυΐα του Sverd και η απαράμιλλη συνθετική του ικανότητα, ο μαγικός τρόπος του να δημιουργεί εικόνες με τα keyboards, η στρατιωτική πειθαρχία στο παίξιμο του Knut, η γιγάντια τεχνική του Skoll, το βιρτουοζιλίκι της καλτ περσόνας του Hellhammer στα drums και η σε σημεία πειστική θεατρικότητα του Simen.

Βασίλης Κορολής