7.5 σημαντικά underground prog albums του 2017

από τον Δημήτρη Καλτσά

 

Το τέλος κάθε έτους είναι η αγαπημένη περίοδος κάθε μουσικοκριτικού: φρεσκάρισμα των δίσκων που ξεχώρισε, κατάρτιση προσωπικής λίστας, τσεκάρισμα των λιστών άλλων, συζητήσεις επί συζητήσεων για τις επιλογές, την κατάταξη κ.ο.κ. Εκτός όλων αυτών, μία προσωπική αγαπημένη ασχολία κατά την περίοδο αυτή είναι η επιλογή των δίσκων που έχουν αδικηθεί περισσότερο και απουσίαζαν από σχεδόν όλες τις άλλες λίστες (και τη δική μου). Οι πιθανοί λόγοι είναι πολλοί. Κάποιες κυκλοφορίες αδικήθηκαν γιατί κυκλοφόρησαν στην αρχή του χρόνου ή στο τέλος του και ξεχάστηκαν ή δεν αφομοιώθηκαν, άλλοι γιατί παραήταν underground ή ακραίοι με τον τρόπο τους, άλλοι για άγνωστους λόγους. Αυτοί οι δίσκοι θα μας απασχολήσουν εδώ. Το εγχείρημα ξεκίνησε πέρυσι (κλικ) και πιθανότατα θα συνεχιστεί και στο μέλλον, κυρίως γιατί είναι τόσο απολαυστικό να γράφεις για μπάντες και δίσκους που αδικούνται καταφανώς, που τελικά η ύπαρξη ενός σκοπού το κάνει και πολύ πιο εύκολο ως διαδικασία.

Πέρυσι τα albums ήταν 10. Φέτος επέλεξα 7.5, αλλά -πιστέψτε με- είναι αρκετά.


 

Orchestre Celesti – The Big Carrot (and misuse of it)
[Self-released – January 22]

Μετά το πέρας της πρώτης ακρόασης του EP των Orchestre Celesti στις αρχές της χρονιάς, η (ευχάριστη) έκπληξη ήταν αρκετά έντονη. Κι αυτό, γιατί το The Big Carrot (and misuse of it) σοκάρει πολύ περισσότερο με το μουσικό του περιεχόμενο απ’ ό,τι με τον τίτλο. Εδώ ο Federico Fantacone (ο μοναδικός άνθρωπος πίσω από το όνομα Orchestre Celesti) τα κατάφερε και με το παραπάνω. Σε μισή ώρα ξεπέρασε τα έξι full-length albums του με αυτά τα πέντε κομμάτια και το έκανε μάλλον με ευκολία. Με τα πλήκτρα ως μόνο οδηγό και τη συμβολή σαμπλαρισμένων πνευστών (τρομπέτες και σαξόφωνα) και ψηφιακών κρουστών, το αποτέλεσμα αποτελεί μία γέφυρα μεταξύ του 70s βρετανικού prog με το RPI, το ηλεκτρονικό στοιχείο και φυσικά το jazz στοιχείο που αποτελεί την παλέτα πειραματισμού, ο οποίος είναι διάχυτος, αλλά επίσης –περιέργως ίσως- είναι και εύληπτος και τελικά γοητευτικός. Η αν μη τι άλλο περιορισμένη ενορχήστρωση θα μπορούσε να ήταν πλουσιότερη σε σημεία, αλλά αυτή η ασυνήθιστη απλότητα ίσως ήταν εξαρχής το μυστικό. Καλύτερη απόδειξη αυτού είναι μάλλον το The Big Carrot που κλείνει το EP μεγαλόπρεπα με την πυκνή θεματολογία του Fantacone.  

Α ναι, αυτό ήταν το μισό από τα 7.5 albums.

 

Gevende – Kirinardi  
[Baykuş Müzik – February 2]

Οι Gevende είναι μία μπάντα από την Κωσταντινούπολη που υπάρχει από το 2000 και αξίζει να την γνωρίζουν πολλοί περισσότεροι εκτός Τουρκίας. Το Kirinardi είναι το τέταρτο album τους (συμπεριλαμβάνεται και το soundtrack στο adventure video game Monochroma) και αποτελεί μία ακόμα απόδειξη του ταλέντου του κουιντέτου (τσεκάρετε επίσης το εξαιρετικό Sen Balık Değilsin ki του 2011). Εδώ ο ήχος τους διαφοροποιήθηκε για άλλη μία φορά, κάνοντας μια πιο έντονη jazz στροφή, ενώ τα folk στοιχεία μειώθηκαν και ένα πιο εναλλακτικό, μελωδικό smooth groove κυριαρχεί της χαμηλών τόνων ατμοσφαιρικότητας που τους χαρακτήριζε μέχρι πρότινος. Η υπέροχη ενορχήστρωση βοηθά και πάλι και η προσήλωση στις λεπτομέρειες είναι εμφανώς αγαπημένο σπορ των πέντε μουσικών. Η τρομπέτα, το flugelhorn και η βιόλα είναι απολαυστικά, όπως και το ενεργοβόρο drumming, ενώ η παραγωγή είναι άψογη, τα φωνητικά αισθαντικά και οι στίχοι στην τουρκική γλώσσα κάθε άλλο παρά ξενίζουν. Ο δίσκος κλιμακώνεται προς το τέλος σε ανεβασμένες ταχύτητες, ψυχεδελικά και πιο heavy θέματα εντείνοντας το ενδιαφέρον. Εκτός όλων αυτών όμως, αυτό που εντυπωσιάζει είναι ότι ένα τόσο ποικίλο σύνολο παραμένει πειραματικό και περιπετειώδες στα πλαίσια μικρών σε διάρκεια συνθέσεων.

 

Bubblemath – Edit Peptide
[Cuneiform Records – May 26]

Ο δεύτερος δίσκος των Αμερικανών ήρθε 15 ολόκληρα χρόνια μετά το ντεμπούτο τους Such Fine Particles of the Universe και δεν είναι σχήμα λόγου αν έλεγε κανείς πως άξιζε η αναμονή. Όπως ήταν αναμενόμενο ο ήχος τους εδώ έχει αλλάξει, είναι αρκετά updated αλλά με έντονο προσωπικό στίγμα και επίπεδο τεχνικής που ζαλίζει. Το θέμα είναι πως όλα τα κομμάτια και κάθε (μα κάθε) στιγμή αυτών χαρακτηρίζεται από υψηλή πυκνότητα θεμάτων και παιξιμάτων, λες και σε 64 λεπτά χώρεσαν όλες οι ιδέες των 15 ετών απουσίας. Ειδικά στα epics του album (Routine Maintenance και A Void that I Can Depart To) οι αλλαγές είναι αρκετές δεκάδες και άκρως απρόβλεπτες. Το ηχητικό αμάλγαμα των Bubblemath είναι ένα πρωτότυπο κράμα 70s prog rock, σύγχρονου prog metal και avant-prog, κάτι σαν ένα μείγμα King Crimson, Gentle Giant, Utopia, Haken, 5uu’s, miRthkon και 3rdegree. Η κυκλοφορία του Edit Peptide ήταν ένα από τα βασικά χαρτιά της Cuneiform το 2017 και μία ακρόαση το δικαιολογεί απόλυτα (αλλά κυρίως αυτές που έπονται του αρχικού σοκ). Είναι τέτοιος ο πλουραλισμός και η ακρότητα του prog των Bubblemath που θα αποτελούσε το ιδανικό τεστ λατρείας / απέχθειας κάθε ακροατή προς το progressive rock… ναι, δεν υπάρχει μέση λύση εδώ.

Αγαπημένο κομμάτι: Making Light of Traffic

 

Five-Storey Ensemble – Night en Face
[AltrOck – June 27]

Οι Five-Storey Ensemble δεν είναι απλώς η καλύτερη μπάντα που βγήκε ποτέ από την Λευκορωσία, αλλά και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σύγχρονα chamber music / avant-prog σχήματα γενικά. Το συγκεκριμένο album άξιζε την αναμονή και με το παραπάνω, καθώς τέσσερα χρόνια μετά το εντυπωσιακό ντεμπούτο τους (Not This City) κατάφεραν να μας δώσουν μία κυκλοφορία αντάξια των προσδοκιών που οι ίδιοι δημιούργησαν. Η μοντέρνα κλασική τους προσέγγιση σε απόλυτα avant-garde περιβάλλον χαρακτηρίζεται από την ίδια «απλότητα» με το εφιαλτικό πιάνο που λειτουργεί ρυθμικά να αποτελεί το υπόβαθρο για τις φράσεις του bassoon. Παραδόξως, η ασυνέχεια των κομματιών λειτουργεί θετικά εδώ, σαν συραμμένες σκέψεις που διακόπτονται απότομα, σαν μια αγαπημένη ασπρόμαυρη ταινία με το κακό μοντάζ να αποτελεί κομμάτι της μαγείας. Η ίδια η μουσική σε ωθεί να την ντύσεις με τις κατάλληλες εικόνες. Όχι, στο Night en Face η μουσική δεν είναι κινηματογραφική, αλλά μάλλον ενδοσκοπική και η απουσία ηλεκτρικού στοιχείου κάνει το όλον πιο σκοτεινό και πιο ζωντανό, καθώς τα δάκτυλα, τα συρσίματα των δοξαριών και τα φυσήματα συμβάλλουν σημαντικά στην εμπειρία. Προορίζεται αποκλειστικά για μοναχικές ακροάσεις σε υποφωτισμένο χώρο. Όσοι αντέχουν αυτή τη σκοτεινή ομορφιά θα δεθούν αβίαστα μαζί της.

 

Kotebel – Cosmology
[Musea – July 6]

Τα τελευταία χρόνια η μαδριλένικη μπάντα των Kotebel κατάφερε να φτάσει στα αυτιά αρκετών prog ακροατών, αν και απέχει ακόμα αρκετά από την πρώτη γραμμή του ήχου αυτού, ίσως έμμεσα ηθελημένα. Το Cosmology είναι το έβδομο album της μπάντας του Βενεζουελάνου κημπορντίστα Carlos Plaza, πέντε χρόνια μετά το κάτι σαν breakthrough album τους Concerto For Piano And Electric Ensemble και με τον φλαουτίστα Omar Acosta να επιστρέφει. Η σταδιακή άνοδος του συγκροτήματος δισκογραφικά είναι ολοφάνερη την τελευταία δεκαετία, αλλά ομολογώ ότι το Cosmology είναι κατ’ εμέ ό,τι καλύτερο μας έχουν δώσει μέχρι σήμερα. Σκοτεινό συμφωνικό prog με neo-prog, jazz, latin και heavy prog στοιχεία που όμως δεν ξεφεύγει πουθενά από τον αυστηρό συνθετικό χαρακτήρα ο οποίος δεν επιτρέπει εύκολα hooks, γλυκερές μελωδίες, ούτε βέβαια υποψία στίχων και φωνητικών. Η εκτελεστική ροή είναι αξιοθαύμαστη, η απόδοση τεχνικής άψογη και η όλη εμπειρία ξεπερνά κάθε προσδοκία. Το 32λεπτο Cosmology Suite είναι μία από τις καλύτερες στιγμές των Kotebel σε όλα τα επίπεδα και ίσως το μόνο μειονέκτημα στον δίσκο είναι τα συνολικά 62 λεπτα διάρκειας, αλλά είναι βέβαιο πως αυτοί στους οποίους προορίζεται θα εκτιμήσουν το Cosmology δεόντως όταν το ακούσουν.

 

Glutton – Outliers
[Apollon Records – November 17]

Η δισκογραφική εταιρεία που αξίζει τον τίτλο της κορυφαίας βάσει ποιότητας κυκλοφοριών μέσα στο 2017 είναι νομίζω η Apollon Records που με τις κυκλοφορίες των Wesebergland, Pixie Ninja, Suburban Savages, Arabs in Aspic και Trojka μας έκλεψε την καρδιά. Το δεύτερο album των Glutton πέρασε στα ψιλά, ατυχέστατα βέβαια, όπως και για σχεδόν οτιδήποτε σχετίζεται με τον προοδευτικό ήχο σήμερα στην Νορβηγία. Το Outliers είναι όντως πολύ καλό album, αλλά κυρίως είναι πρωτότυπο και συνάμα ανεπιτήδευτο με αρκετές εντυπωσιακές στιγμές, αν και το μυστικό εδώ βρίσκεται περισσότερο στη συνταγή. Το μελωδικό, σκοτεινό και ενίοτε ψυχεδελίζον σκανδιναβικό prog rock φιλτράρεται με τον σύγχρονο εναλλακτικό και post-rock ήχο από τα 90s και εντεύθεν, με στίχους που εναλλάσσονται απόλυτα εύστοχα μεταξύ νορβηγικών και αγγλικών και με κατευθυντήρια δύναμη των εξαιρετικών συνθέσεων τις εμπνευσμένες φωνητικές μελωδίες. Τα 14 ανεξάρτητα και ισάξια κομμάτια ανακυκλώνονται σε κάθε νέα, ισόποσα χορταστική ακρόαση με τρόπο που οδηγεί στην ολοένα μεγαλύτερη εκτίμηση του Outliers. Μετά από αυτό, το ντεμπούτο τους Parts of Animals είναι πλέον πολύ μακρινή ανάμνηση και το μέλλον ελπίζω να φέρει τους Glutton στο προσκήνιο όπως τους αξίζει.

 

Cleric – Retrocausal
[Web Of Mimicry – December 8]

Όταν το 2010 είχε κυκλοφορήσει το Regressions, το  ντεμπούτο των Cleric είχε θεωρηθεί από πολλούς ένα μεγάλο βήμα προς τα μπρος για το ακραίο τεχνικό metal. Η επιστροφή της μπάντας από την Philadelphia, PA έγινε στα τέλη του 2017 και μουσικά είναι πιθανότατα αυτό που περίμεναν όλοι όσοι ανέμεναν αυτή την επιστροφή εναγωνίως, εκτός ίσως από την διάρκεια. Τα 78 λεπτά ασταμάτητης πειραματικής ακρότητας είναι πειστικά του επιπέδου και της φόρμας της μπάντας. Είχαμε πάρει ιδέα φυσικά από τα κάμποσα πρόσφατα κατορθώματα του Matt Hollenberg, που μεταξύ άλλων στους δικούς του Shardik συνεργάστηκε και με τον Nick Shellenberger, ο οποίος εδώ έχει ηγετικό ρόλο και λάμπει από την αρχή μέχρι το τέλος του album. Η avant noisecore ακρότητα των Cleric γεφυρώνει το ασυμβίβαστο prog metal με το mathcore και την ψυχεδελικότητα υπό ένα θορυβώδες και απαραίτητα στρυφνό πειραματικό περιβάλλον, στο οποίο κάθε πραγματικά προοδευτικός metal ακροατής και κάθε ακόλουθος τη jazz διαστροφικότητας του John Zorn (που φυσικά και συμμετέχει στον δίσκο) υποκλίνεται αυθόρμητα. Σπάνια το χαοτικό παίξιμο είναι τόσο ακριβές και ελεγχόμενο με εκφραστικές διακυμάνσεις χωρίς καμία ευκολία. Οι Cleric εδώ φαντάζουν σαν να παίζουν μπιλιάρδο σε περιστρεφόμενο τραπέζι και το κάνουν με επιτυχία.

 

Hamadryad – The Black Hole
[Self-released December 15]

Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες και δυστυχώς λιγότερο ηχηρές επιστροφές στον prog χώρο το 2017. Επτά χρόνια μετά το Intrusion, οι Hamadryad από το Montréal κυκλοφόρησαν τον τέταρτο δισκογραφικό σταθμό της καριέρας τους λίγες μόλις ημέρες πριν εκπνεύσει η χρονιά. Αυτή ήταν η μόνη ατυχής συγκυρία σχετική με το The Black Hole που δεν συμπεριλήφθηκε στις ετήσιες prog λίστες, γιατί κατά τα άλλα πρόκειται για ένα αψεγάδιαστο διαμάντι που θα εκπλήξει ακόμα και τους πιο υποψιασμένους σχετικά με το επίπεδο των Hamadryad. Οι «παλιοσειρές» Denis Jalbert και Jean-Francois Desilets συνεπικουρούμενοι από τους νεότερους Sebastien Cloutier και Nicolas Turcotte κατάφεραν να ξεπεράσουν με ευκολία τoυς δύο προηγούμενoυς δίσκους της μπάντας. Χωρίς καμία απολύτως υπερβολή, το The Black Hole είναι άμεσα συγκρίσιμο ποιοτικά με το εξαιρετικό ντεμπούτο τους, Conservation Of Mass (2000) και αυτό και μόνο λέει πολλά. Στην ερώτηση ποια είναι η ιδανική απόδοση progressive rock (και heavy prog με prog metal στοιχεία για την ακρίβεια) το συγκεκριμένο album είναι μία άκρως ικανοποιητική πρόταση. Όχι απλά δεν υπάρχει αδύναμο κομμάτι εδώ, αλλά εντός των έξι νέων κομματιών εντοπίζονται αρκετές στιγμές μαγείας ικανές να συγκινήσουν κάθε λάτρη του ήχου, όπως φυσικά η επανεκτέλεση του αιώνιου Amora Demonis.

Και του χρόνου!