10 σημαντικά prog albums του 2018

Από τον Δημήτρη Καλτσά

Μετάφραση: Αλέξανδρος Μαντάς

Το 2018 πέρασε, οι λίστες μας για τη χρονιά δημοσιεύτηκαν και όλοι μας στο Progrocks.gr το απολαύσαμε δεόντως με συζητήσεις, αναλύσεις, σχόλια κ.ο.κ. Πέραν αυτών, όμως, η αρχή κάθε νέου έτους περιλαμβάνει μία αγαπημένη συνήθεια: το ξεδιάλεγμα των πιο αξιόλογων δίσκων που αδικήσαμε ή δεν προλάβαμε να παρουσιάσουμε, κυρίως από τον underground χώρο. Στο prog ιδίωμα τέτοιοι δίσκοι είναι πολλοί κάθε χρόνο και μέσα στο 2018 ήταν -περιέργως ίσως- πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι κάθε χρόνο. Το εγχείρημα αυτό ξεκίνησε το 2016 με 10 albums (κλικ) και το 2017 με… 7.5 επιλογές (κλικ). Φέτος η επιλογή ήταν πιο δύσκολη, αλλά στόχος ήταν να περιοριστώ στα 10.

(Η σειρά ακολουθεί την ακριβή ημερομηνία κυκλοφορίας.)


 

Mile Marker Zero – The Fifth Row

[Self-released]

Μπορεί η μουσική των Mile Marker Zero να μην ακούγεται καθόλου underground, η παραγωγή τους να είναι εξαιρετική και ο ήχος τους να έχει βάσιμες φιλοδοξίες να βρει αποδοχή από ευρύτατο ακροατήριο, ωστόσο το γεγονός πως αγνοούνται από μεγάλη μερίδα του κοινού στο οποίο απευθύνονται τους κατατάσσει σε αυτή την κατηγορία (πιθανότατα όχι για πολύ ακόμα). Με μοναδική αλλαγή από το προ εννέα ετών ντεμπούτο τους (είχε προηγηθεί και το EP The Hunted το 2006) αυτή στη θέση του μπασίστα, το ύφος της μπάντας είναι το ίδιο, αλλά συνθετικά το κουιντέτο από το New Haven, Connecticut είναι φανερά πιο ώριμο. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του The Fifth Row είναι η ακαταμάχητη ροή του δίσκου και οι αριστοτεχνικές εναλλαγές των 15 (!) κομματιών που συνδυάζουν το progressive με το alternative rock, μπολιάζοντάς τα πανέξυπνα με metal στοιχεία. Ένα από τα πιο ευχάριστα ακούσματα της χρονιάς που πέρασε, αξίζει να μην περάσει απαρατήρητο από κάθε οπαδό του σύγχρονου prog ήχου.

 

Ring van Möbius – Past the Evening Sun

[Apollon Records / ARP011CD]

Η άνοδος της retro-prog σκηνής στη Σκανδιναβία τα τελευταία χρόνια μας έχει χαρίσει υπέροχα albums όπως τα πρόσφατα των Wobbler, All Traps on Earth, Malady κ.ά. Οι Ring van Möbius από το Karmøy της Νορβηγίας περιγράφουν τη μουσική τους ως «progressive rock από το 1971, αλλά παιγμένο σήμερα» και έχουν απόλυτο δίκιο. Η προσκόλλησή τους στον αναλογικό ήχο αποδίδει τα μέγιστα και τα τρία κομμάτια του ντεμπούτου τους αναβλύζουν λατρεμένη παλαιότητα αλλά και δημιουργικό οίστρο. Το κύριο χαρακτηριστικό της μουσικής των Thor Erik Helgesen, Håvard Rasmussen και Dag Olav Husås είναι η απουσία κιθάρας και ο απόλυτα πρωταγωνιστικός ρόλος των πλήκτρων (Hammond, Fender Rhodes, Clavinet, Moog, Analogue Synthesiser) που μας θυμίζουν ποικιλοτρόπως τις ένδοξες ημέρες του prog ιδιώματος. Η κυριότερη επιρροή εδώ είναι ξεκάθαρα οι Van der Graaf Generator και λιγότερο οι πρώιμοι King Crimson, ενώ η σκοτεινή ατμόσφαιρα παραπέμπει σε σκανδιναβικές μπάντες. Με μοναδική ένσταση τα μέτρια φωνητικά, οι εξαιρετικές μελωδίες που παρελαύνουν στο Past the Evening Sun είναι αρκετές για να ενθουσιάσουν τους αμετανόητους λάτρεις των 70s.

 

PinioL – Bran Coucou

[Dur Et Doux / DD-022]

Οι PinioL από τη Λυών της Γαλλίας προέκυψαν από σύμπραξη των μελών των ni και PoiL. Το Bran Coucou είναι το πρώτο τους album και θα ήταν υποεκτίμηση αν απλώς λέγαμε ότι η μουσική τους ξεφεύγει από τα avant-prog στεγανά. Το επταμελές σχήμα συνδυάζει τον math χαρακτήρα απειροεναλασσόμενων στριφνών μέτρων με ογκώδες ρυθμικό section (δύο μπασίστες και δύο ντράμερ!), κιθαριστικά τείχη (με μόλις δύο κιθαρίστες), απρόβλεπτες δυναμικές, σχεδόν αυτιστικά επαναλαμβανόμενα φωνητικά (με στίχους στα ιαπωνικά;) και αμείωτη brutal-prog αγριάδα που επιβάλλεται από το πρώτο δευτερόλεπτο. Ο συγκεκριμένος δίσκος δεν στέκεται απλώς ψηλά ανάμεσα στις υπόλοιπες κυκλοφορίες του 2018, αλλά δεν μοιάζει και με κανέναν άλλο. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο πιθανότατα είναι ότι οι PinioL καταφέρνουν να εντυπωσιάσουν και να κεντρίσουν το ενδιαφέρον όσων τους αντέξουν διατηρώντας ανοικτό το ενδεχόμενο αυτή η αδιάκοπη επιθετικότητά τους να εμπεριέχει ή και να πηγάζει από χιούμορ. Το βέβαιο είναι ότι κανένας δεν μπορεί να πάρει έναν δίσκο σαν το Bran Coucou στα αστεία.

 

Grill – The Eternal Presence

[Self-released]

Πώς θα σας φαινόταν ένας σύγχρονος δίσκος που να πατάει με το ένα πόδι στο prog rock και με το άλλο στο jazz / fusion με επιρροές που φτάνουν στο ύφος του prog metal των 90s; Το πρώτο full-length album των Grill από το Σίδνεϋ της Αυστραλίας ήταν αναμφισβήτητα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ντεμπούτα του 2018. Με βάση την ίδια την μπάντα,  το The Eternal Presence είναι concept για ένα ταξίδι κατανόησης της γαλήνης μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Για να είμαι ειλικρινής, ως concept δεν με άγγιξε τόσο, αλλά ως δίσκος και κομμάτια αποτέλεσε μία πολύ ευχάριστη έκπληξη. Το συνθετικό επίπεδο είναι πολύ υψηλό, ενώ τα jammings και το τεχνικό επίπεδο όλων των μελών είναι εντυπωσιακά. Το κιθαριστικό δίδυμο των Andres Rodriguez και Jarrah Dhyan είναι επιεικώς καταπληκτικό, ενώ η φωνή του μπασίστα Robert Mouat αγγίζει δυσθεώρητα ύψη. Έχω την αίσθηση πως το ύφος τους δεν έχει διαμορφωθεί απόλυτα ακόμα, αλλά το ταλέντο τους και ο τρόπος που αναμιγνύουν τα στοιχεία που έχουν επιλέξει είναι αρκετά για να περιμένουμε πολύ μεγάλα πράγματα από αυτούς.

 

Alco Frisbass – Le Bateleur

[Fading Records / FAD027]

Τρία χρόνια μετά το ομώνυμο ντεμπούτο τους, το τρίο των Fabrice «Chfab» Chouette, Frédéric Chapu και Patrick «Paskinel» Dufour επανήλθε με τη συμβολή των Jean Luc και Thierry Payssan και Archimede De Martini. Το Le Bateleur συνεχίζει από εκεί που είχε σταματήσει το γαλλικό σχήμα στην παρθενική του κυκλοφορία. Το artwork, οι δομές, όσο και το ύφος των κομματιών είναι όμοια ή και απαράλλαχτα. Στις πέντε εκτενείς συνθέσεις τους, ο λατρεμένος περιπετειώδης και σκοτεινός Canterbury ήχος αποδίδεται με υπέροχη συμφωνική εκφορά. Οι ευκολομνημόνευτες μελωδίες απουσιάζουν σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι στο Alco Frisbass, αλλά αυτό που επίσης απουσιάζει είναι οτιδήποτε περιττό και κουραστικό (και δεν είναι πάντα εύκολο αυτό στη συγκεκριμένη μουσική). Οι αναπτύξεις είναι συναρπαστικές και αναμφισβήτητα απόλυτα ικανές να ενθουσιάσουν κάθε οπαδό του prog ήχου. Το σημαντικότερο δεν είναι ότι αν και τα κομμάτια είναι αυτούσιες μουσικές οντότητες, ο δίσκος ρέει ταχύτατα και αποτελεί ένα υπέροχη ηχητική εμπειρία 44 λεπτών.

 

Karmic Juggernaut – The Dreams That Stuff Are Made Of

[Self-released]

Το ντεμπούτο των Karmic Juggernaut αποτελεί άλλον ένα λόγο να αισιοδοξεί κανείς για το μέλλον του prog σε όλα τα επίπεδα. Κι αυτό, γιατί η μουσική τους είναι τόσο εντυπωσιακά πολύπλευρη και γεμάτη ενέργεια που είναι αδύνατον να την αγνοήσει κανείς από την πρώτη ακρόαση, αν και η αποσαφήνιση των προθέσεών τους δεν είναι ακριβώς εύκολη (το οποίο δεν είναι κατ’ ανάγκη αρνητικό βέβαια). Ο συνδυασμός art-rock, funk, ψυχεδέλειας, jazz-rock, κλασικού και brutal prog με στοιχεία latin, surf rock και disco υπό ένα κυρίαρχο avant-prog πρίσμα συναρπάζει και επιφυλάσσει πολυάριθμες εκπλήξεις και παραπέμπει σε μία δημιουργική συνύπαρξη των Mr. Bungle, The Mars Volta, Frank Zappa, Yes, Gong και οτιδήποτε ενδιάμεσα! Το κιθαριστικό δίδυμο των Randy Preston και James McCaffrey είναι καθηλωτικό, το ρυθμικό section των Cody McCorry (μπάσο) και Kevin Grossman (ντραμς) άκρως εμπνευσμένο, ενώ τα υπέροχα φωνητικά του Daimon Santa Maria ανεβάζουν το αποτέλεσμα σε άλλο επίπεδο. Το πιο αισιόδοξο στοιχείο είναι ότι όλα αυτά επιτυγχάνονται από τόσο νεαρά άτομα με ικανότητα για ακόμα σπουδαιότερα πράγματα στο μέλλον.

 

Regal Worm – Pig Views

[Uranium Club / UCV92003]

Η επιστροφή του πολυοργανίστα Jarrod Gosling (Henry Fool, I Monster, Skywatchers) με το βασικό του δημιουργικό όχημα μας χάρισε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες prog δίσκους της χρονιάς, που πιθανώς ξεπερνά ακόμα και το πρώτο album των Regal Worm, το Use and Ornament (2013). Έχοντας ως κυρίαρχο μέσο έκφρασής του τα διάφορα vintage πλήκτρα, ο Gosling εδώ επιτυγχάνει ένα ιδιόμορφο smooth αποτέλεσμα με αριστουργηματική ενορχήστρωση χωρίς ιδιαίτερες υφολογικές εξάρσεις, που εντυπωσιάζει συνθετικά και αισθητικά. Η μουσική των Regal Worm, αν και εντάσσεται πλήρως στον prog χώρο, δεν μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με αυτή καμιάς άλλης μπάντας. Η Canterbury προσέγγιση αποτελεί σαφή προτεραιότητα (οι Caravan επιρροές είναι απλά υπέροχες), αλλά κυρίως ο συνδυασμός της με τις pop φωνητικές και μη μελωδίες, τον σχεδόν dance χαρακτήρα σε πολλά σημεία, τη σοφή χρήση των πνευστών, την υποβλητική ατμοσφαιρικότητα και την ambient λιτότητα που συχνά παρεισφρέει συνιστά το Pig Views ένα από τα πιο ενδιαφέροντα albums των τελευταίων ετών.

 

Zevious – Lowlands

[Nefarious Industries / NEF-34]

Πέντε ολόκληρα χρόνια μετά το εντυπωσιακό Passing Through the Wall, το τρίο από την Νέα Υόρκη επέστρεψε με τον τέταρτο δίσκο που τους καθιερώνει στον avant-prog χώρο χωρίς απαραίτητα να αποτελεί το magnum opus τους. Με τη μετακίνηση της μπάντας στην Nefarious Industries μετά την ανακοίνωση της Cuneiform Records ότι δεν θα κυκλοφορεί πλέον albums, το Lowlands αξίζει να φτάσει στα αυτιά όλων όσοι ενδιαφέρονται για το μείγμα RIO, metal, doom, jazz και post-rock των Mike Eber (Smother Party – κιθάρα), Johnny DeBlase (Sabbath Assembly, Many Arms – μπάσο) και Jeff Eber (Dysrhythmia – ντραμς). Ο δύστροπος χαρακτήρας και το αδυσώπητο σφυροκόπημα με riffs, περίεργα μέτρα, διαρκή ένταση και βομβαρδιστικό χαρακτήρα είναι βέβαιο ότι θα ενθουσιάσει κάθε οπαδό του σύγχρονου avant-prog metal ήχου και ειδικά τους φίλους της σύγχρονης underground σκηνής της Νέας Υόρκης. Τα επτά καλοδουλεμένα και ισάξια κομμάτια και το πανέμορφο εξώφυλλο που επιμελήθηκε ο Bryan Olson κάνουν την αποκλειστικά βινυλιακή έκδοση του Lowlands πολύ θελκτική.

 

Overhead – Haydenspark

[Self-released]

Έξι χρόνια μετά το Of Sun And Moon, οι Φινλανδοί επέστρεψαν με το πέμπτο τους full-length album. Το Haydenspark εντυπωσιάζει με το υπέροχο εξώφυλλο του Alex Keskitalo και ευτυχώς το περιεχόμενο του δίσκου κάθε άλλο παρά υπολείπεται. Για άλλη μία φορά η μουσική των Ovehread είναι βασισμένη σε ξεχωριστά κομμάτια με απλή δομή τα οποία εμπλουτίζονται με υπέροχες ιδέες και μελωδίες που καρφώνονται στο μυαλό (όπως π.χ. στο Count Your Blessings). Όσο για το ύφος, αυτό είναι που ξεχωρίζει την μπάντα από το σύνολο των σύγχρονων prog σχημάτων. Ο μοναδικός συνδυασμός του εναλλακτικού rock (με βαρύτητα ενίοτε στα όρια του metal) grunge ύφους με το progressive rock ακόμα και στην παραδοσιακή του μορφή ακούγεται αβίαστος, αν και ομογενοποιεί δύο φαινομενικά διαφορετικούς ήχους από πλευράς αυστηρότητας και τεχνικής εκφοράς. Το γρέζι των φωνητικών και οι απαλές μελωδίες από το φλάουτο του Alex Keskitalo αλληλοσυμπληρώνονται υπέροχα, ενώ κάθε κυκλοφορία των Ovehread είναι μία αφορμή να απολαύσει κανείς το καταπληκτικό κιθαριστικό παίξιμο του Jaakko Kettunen, ενός εκ των πιο αδικημένων shredders της εποχής μας.

 

Keor – Petrichor

[Self-released]

Το ντεμπούτο των Keor με τίτλο Hive Hind (2016) είχε περάσει απαρατήρητο από τους περισσότερους, αλλά θα ήταν αδύνατο να συμβεί  το ίδιο με το Petrichor. Για όσους δεν το γνωρίζουν, οι Keor είναι το one man project του Γάλλου πολυοργανίστα Victor A. Miranda-Martin και από μόνο του αυτό το στοιχείο κάνει τα επιτεύγματα του Petrichor ακόμα πιο εντυπωσιακά. Πιθανότατα το πιο εντυπωσιακό στοιχείο των πέντε epics είναι η αριστουργηματική ενορχήστρωση, οι ευφυέστατες και ανεπιτήδευτες εναλλαγές ύφους ή ακόμα και μουσικού είδους και ο εμφανώς μεγαλόπνοος χαρακτήρας που δικαιολογείται απόλυτα. Και όλα αυτά από έναν νου και έναν εκτελεστή σε φωνητικά, κιθάρες, πλήκτρα, samples και φυσικά στην παραγωγή και τη μίξη. Εδώ το συμφωνικό prog και το prog metal εναλλάσσονται στην πρωτοκαθεδρία με το ambient rock και το ψυχεδελίζον folk σε ένα αποτέλεσμα με soundtrack ύφος, καθηλωτική ατμόσφαιρα, ορχηστρική αφήγηση και φωνητικές μελωδίες που παραπέμπουν στον Steven Wilson. Το Petrichor είναι ένα πανέμορφο παραμυθένιο ταξίδι, από αυτά που κάθε λάτρης του παλιού και σύγχρονου prog θα απολαύσει εξίσου.