10 κυκλοφορίες για το 2013

 

Από τον Νίκο Φιλιππαίο

19 / 02 / 2014

 

Ένας μουσικός απολογισμός του 2013, όπως και κάθε χρονιάς, δε μπορεί παρά να είναι μία κατά βάση υποκειμενική υπόθεση. Όσο και να φιλοδοξούμε να συλλάβουμε και να αποτυπώσουμε στο μυαλό μας και στο (ψηφιακό) χαρτί τους πιο αντιπροσωπευτικούς καλλιτέχνες και άλμπουμ, το χαρακτηριστικό μουσικό ύφος της χρονιάς και τα σχετικά, στην τελική περισσότερο μένουν δικές μας ανακαλύψεις, προτάσεις φίλων, κυκλοφορίες που έχουμε «λιώσει» να ακούμε, με λίγα λόγια μουσικές πιο προσωπικές.

Κάνοντας τις παραπάνω σκέψεις, αποφάσισα να ξεχωρίσω δέκα στο σύνολο κυκλοφορίες του 2013, τις οποίες δεν έχω πετύχει στις λίστες και άρθρα με τα καλύτερα της χρονιάς που έχω δει μέχρι τώρα. Βέβαια, το ότι θα παρουσιαστούν άλμπουμ που έχουν κάπως αγνοηθεί από τα μέσα, δε σημαίνει ότι κάποια άλλα που προτιμήθηκαν περισσότερο ή λιγότερο δε μας άρεσαν. Παλιότεροι και νεότεροι καλλιτέχνες πέρυσι παρουσίασαν καταπληκτικές δουλειές.

Στους πρώτους, ας κατατάξουμε τους Daft Punk, με την άριστα δουλεμένη στροφή τους σε έναν εκλεκτικό και πιο αναλογικό disco ήχο, τους Atoms For Peace με τον εξαιρετικό συνδυασμό εγκεφαλικότητας και συναισθηματισμού, τον Andrew Weatherall, ο οποίος παρέα με τον Tim Fairplay σχημάτισαν τους Asphodells, για να μας δώσουν ένα άλμπουμ σκοτεινής, σκονισμένης, μα και ρομαντικής χορευτικής electronica. Από τους πιο νέους, ας γίνει μια αναφορά στους Keep Shelly In Athens, που με το πρώτο τους full-length με τίτλο «At Home», παρουσίασαν την πιο ώριμη μέχρι τώρα στιγμή τους, αλλά και στο πρωτοεμφανιζόμενο ντουέτο των Public Service Broadcasting, οι οποίοι, με τη χρήση samples από βρετανικές ραδιοφωνικές μεταδόσεις του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, κάνουν μαθήματα ιστορίας σε post-rock και krautrock.

Τέλος, σε κυκλοφορίες πιο ροκ ύφους, ξεχώρισε η τρίτη προσωπική δουλειά του Steven Wilson, «The Raven That Refused To Sing (And Other Stories)», το οποίο όχι μόνο αποτελεί μια περιεκτική παρουσίαση του progressive rock, αλλά υποδεικνύει πιθανές μελλοντικές κατευθύνσεις για αυτό το αναμφίβολα δύσκολο μουσικό ιδίωμα.

Και τώρα, ας πάμε σε πιο προσωπικά ακούσματα. Να σημειώσω πως η σειρά παρουσίασης δεν είναι αξιολογική.

 

Pacific Horizons – Witches / A Prayer EP & Bandini EP (Pacific Wizard Foundation) 

Η έναρξη γίνεται με τους Καλιφορνέζους Pacific Horizons, οι οποίοι μέσα στο 2013 κυκλοφόρησαν δύο νέα EPs.

Το πρώτο, με ολοκληρωμένο τίτλο «Witches Of Castandenda / A Prayer For Santa Anna», αποτελείται από δύο εκτενείς σε διάρκεια συνθέσεις που πιάνουν αντίστοιχα τις δύο πλευρές του δωδεκάιντσου βινυλίου. Ο ήχος της μπάντας αποτελεί μια προσωπική και σύγχρονη σύνθεση ανάμεσα στο παλιό balearic ή acid house απ’ τα τέλη των 80s – αρχές 90s και στον ευρύτερο bass ήχο. Παράλληλα, στοιχεία από darkwave, αλλά και από ψυχεδελικό ροκ δε λείπουν. Ο τόνος είναι ταυτόχρονα επικός και εσωστρεφής. Παράλληλα, η αποκρυφιστική διάθεση είναι κυρίαρχη, άλλωστε το όνομα του Carlos Castanenda στον τίτλο δεν είναι διόλου  τυχαίο…

Το δεύτερο EP, με τίτλο Bandini αποτελείται από τρεις συνθέσεις. Στις πρώτες δύο, στο ομώνυμο κομμάτι και στο Bunker Bill, οι Καλιφορνέζοι ανοίγονται σε ένα αρκετά διαφορετικό στιλ. Πρώτα απ’ όλα, οι διάρκειες είναι μικρότερες απ’ ό,τι μας έχουν μέχρι τώρα συνηθίσει, κάτι παραπάνω από τέσσερα λεπτά. Έχοντας, λοιπόν, στη διάθεσή τους μια πιο περιορισμένη χρονικά φόρμα, παρουσιάζουν μια πιο πιασάρικη και, κατά κάποιο τρόπο, ποπ πλευρά του επικού και πειραματικού τους στιλ: ένα ιδιαίτερα εθιστικό και μελωδικό θέμα  στο μπάσο κυριαρχεί και στα δύο κομμάτια, ενώ οι αναφορές στο dub, αλλά και στο future garage δίνουν βάθος και ζεστασιά. Τώρα, στη δεύτερη πλευρά του βινυλίου, κυριαρχεί το «Working In Four», ένα βαθύ και πειραματικό deep house ταξίδι που κρατά παραπάνω από οχτώ λεπτά, το οποίο μπορεί να ιδωθεί ως ένα μανιφέστο της υπερβατικής δύναμης του χορού.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι οι Pacific Horizons με τις κυκλοφορίες και αυτής της χρονιάς επιβεβαιώνουν την περιγραφή που έχουν δώσει οι ίδιοι στη μουσική τους: music designed for dancing at 6AM in a dirty warehouse downtown or for coming down at sunset on the beach the next day. (πηγή)

 

Begin – Elate 12’ & Here Comes The Sun 12’ (Begin)

Συνεχίζουμε με δύο ακόμα EPs, για τα οποία υπεύθυνος είναι ο κύριος με το ψευδώνυμο Begin. Ο James Holroyd, όπως είναι το πραγματικό του όνομα, έχει λαμπρή πορεία στο DJing των τελευταίων είκοσι και βάλε ετών και είναι πιο γνωστός είναι για τα warm-ups του στις εμφανίσεις των Chemical Brothers.

Με το όνομα Begin, έχει από το 2010 κυκλοφορήσει έξι EPs. Όπως και στα προηγούμενα, έτσι και στα τελευταία δύο, μας σερβίρει αργό και ατμοσφαιρικό deep house, το οποίο διακρίνεται από αυτή τη θετική και ισορροπημένη εσωστρέφεια του ανθρώπου που, πολύ απλά, τα έχει βρει με τον εαυτό του. Έτσι, πίσω από την απατηλή απλότητα των συνθέσεων κρύβονται ένα σωρό ενδιαφέροντα στοιχεία: samples από μυστήριες πηγές, tribal κρουστά, επιδράσεις τόσο από το early 90s ambient (βλέπε Global Communication και Orb) όσο από το electronic krautrock της δεκαετίας του ’70. Άλλωστε, η υποδειγματική παραγωγή αναδεικνύει όλα τα παραπάνω στοιχεία. 

Τέλος, η θετική αυτή εσωστρέφεια της μουσικής του Begin συμπληρώνεται από μια βαθιά καλοκαιρινή αίσθηση· εδώ ο χαρακτηρισμός balearic είναι κάτι παραπάνω από ταιριαστός.

 

Almunia – Pulsar (Claremont 56)

Ο ίδιος χαρακτηρισμός, δηλαδή αυτός του balearic, ταιριάζει και στο δεύτερο ολοκληρωμένο άλμπουμ των Almunia, που τιτλοφορείται «Pulsar». Το ντουέτο από τη γειτονική Ιταλία επιμένει στο ιδιαίτερο πάντρεμα ανάμεσα σε blues rock και electronica, που θα γοήτευε τόσο έναν οπαδό του πιο κλασικού ροκ, όσο και ένα νέο… hipster.

O Leo Ceccanti αναδεικνύεται σε έναν αριστοτέχνη της ηλεκτρικής κιθάρας, αλλά το παίξιμο του είναι απλό και χαλαρό, με αναφορές σε μεγάλους παίκτες, όπως ο David Gilmour και ο Mark Knopfler. O Gianluca Salvadori κάνει πολύ καλή δουλειά στα ηλεκτρονικά, χτίζοντας beats που κινούνται ανάμεσα σε disco, downtempo και ambient. Σε σχέση με το ντεμπούτο του 2010, το ντουέτο έχει ωριμάσει και ολοκληρώσει τον προσωπικό του ήχο.

Αλλά, επειδή ακριβώς ο ήχος τους είναι ιδιαίτερα προσωπικός και προσεκτικά δομημένος, διακρίνω μια πιθανότητα να μείνει στάσιμος, χωρίς εξέλιξη, αν και σε μια διαδικτυακή κουβέντα που είχα με τον Leo Ceccanti, μου εξήγησε πως στις ζωντανές τους εμφανίσεις οι Almunia προτιμούν έναν πιο disco και tribal χορευτικό στιλ. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν πολύ θετική και στην επόμενη στούντιο κυκλοφορία τους.

Το full-length των Almunia συμπληρώνεται και με δυο πολύ δυνατά EPs, με remixes από Coyote, Craig Bratley και Andrew Clark.

 

Lotus – Build (SCI Fidelity Records)

Οι Αμερικάνοι Lotus, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, μέσα στο 2013 κυκλοφόρησαν έναν από τα καλύτερα ροκ άλμπουμ της χρονιάς. Έχει  τον τίτλο Build και αποτελεί το έκτο full-length της μπάντας.  Οι πρώτες δουλειές των Lotus αποτελούνταν κατά κύριο λόγο από μεγάλα σε διάρκεια και τις συντριπτικά περισσότερες φορές ορχηστρικά κομμάτια, βασισμένα ως ένα μεγάλο βαθμό στο τζαμάρισμα και μοιρασμένα ανάμεσα σε ροκ και electronica. Αν και το αποτέλεσμα ήταν ιδιαίτερα trippy, το μειονέκτημα ήταν η κάμποσο χαλαρή δομή των συνθέσεων.  

Αλλά σταδιακά οι Αμερικάνοι εξελίχτηκαν. Καρπός όλης αυτής της εξέλιξης αποτελεί το «Build», στο οποίο πραγματικά χτίζουν έναν ήχο σχεδόν καταιγιστικό: progressive και post rock, jazz και funk και τέλος electro και dubstep συνδυάζονται και δένονται με δυναμισμό, μελωδικότητα, τεχνική αρτιότητα και cool διάθεση. Πάνω σε ένα στακάτο και χορευτικό rhythm section, ακούμε πότε φουτουριστικά synths, πότε κιθαριστικά σόλο, πότε samples που ανοίγονται στο μουσικό σύμπαν του hip hop.

Μάλιστα το 2013 οι Lotus κυκλοφόρησαν ακόμα ένα άλμπουμ με τον συμβολικό τίτλο «Monks», το οποίο προσφέρουν και για δωρεάν downloading (κλικ). Στο Monks πειραματίζονται αποκλειστικά με hip hop, προσκαλώντας μερικά από τα πιο δυνατά ονόματα της underground σκηνής των ΗΠΑ, όπως ο Mr Lif και ο Lyrics Born.

Συνοψίζοντας,  οι Lotus με την πλούσια μουσική τους παραγωγή για το ’13, μας ξεσηκώνουν να χορέψουμε, να απολαύσουμε μουσική και να δούμε τη ζωή με την πάντα απαραίτητη δόση αισιοδοξίας.

 

Atlanter – Vidde (Jansen Plateproduksjon)

Μια ουσιαστική και καθόλου αβασάνιστη αισιοδοξία διακρίνει και το ντεμπούτο των Atlanter, «Vidde». Τα μέλη του γκρουπ προέρχονται από τη ψυχεδελική ροκ σκηνή της Νορβηγίας και,  προκειμένου να δημιουργήσουν το προσωπικό τους μουσικό ύφος, σταχυολογούν στοιχεία από blues, folk και βέβαια ροκ. 

Το αποτέλεσμα είναι ένα πρωτότυπο μίγμα από  ευφάνταστες ακουστικές και ηλεκτρικές κιθάρες, ανήσυχες μπασογραμμές,  αριστοτεχνικό drumming, ψυχεδελικά πλήκτρα και ωραία smooth φωνητικά το οποίο ανοίγεται τόσο στο σύγχρονο indie rock, όσο και στο krautrock των 70s και σε μπάντες όπως οι Can και οι Agitation Free. Κάτω από τις στρωτές μελωδίες και το ζωντανό ποπ στοιχείο, καραδοκεί μπόλικη εγκεφαλικότητα και πειραματισμός, ώστε να αναδειχθεί μια συναισθηματική ατμόσφαιρα κεφιού, χιούμορ ακόμα και ειρωνείας. Ωστόσο, το συναίσθημα της  γλυκιάς μελαγχολίας δε λείπει, ένα στοιχείο λυρισμού.

Οι Atlanter προτείνουν μια χαλαρή και θετική οπτική για τα πράγματα, η οποία όμως κρύβει βαθύ συναισθηματισμό. Για τον προσεκτικό ακροατή, το «Vidde» αποτελεί το soundtrack για την εικόνα μιας ωραίας παρέας, μιας ευρύτερης ομάδας ανθρώπων, ακόμα και μιας κοινωνίας, που θα είναι πιο ειλικρινής, θετική και ανθρώπινη απ’ ό,τι  η σημερινή. Σε ένα τέτοιο όραμα νομίζω πως στοχεύουν οι Νορβηγοί. 

 

Henry Fool – Men Singing (KScope)

Συχνά, συγκροτήματα που παίζουν ορχηστρική μουσική, μόνο και μόνο μέσω των τίτλων που επιλέγουν να δώσουν σε άλμπουμ και συνθέσεις τους, διακρίνονται από μια ειρωνική διάθεση. Στην περίπτωση των Βρετανών Henry Fool αυτή η τάση για ειρωνεία φτάνει στον αυτοσαρκασμό: ο τίτλος του δεύτερου άλμπουμ τους είναι Men Singing, παρόλο που στα σαράντα λεπτά της διάρκειάς του δεν τραγουδά κανείς…

Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με μια ιδιαίτερη μπάντα ή καλύτερα να πούμε supergroup, καθώς μέσα στα βασικά η δευτερεύοντα μέλη τους θα βρούμε ονόματα όπως ο συνεργάτης του Steven Wilson στους No-Man, Tim Bowness, ο κιθαρίστας των Roxy Music, Phil Manzarena, αλλά και άλλοι μουσικοί από το ευρύτερο περιβάλλον του progressive rock των 80s και 90s στην Αγγλία. Επομένως, και οι Henry Fool «παίζουν» στο γήπεδο του progressive και ψυχεδελικού ροκ, αλλά με μεγάλη άνεση και ελευθερία. Το στιλ τους είναι κατά βάση αυτοσχεδιαστικό, καθώς ιδέες, θέματα, σόλο και μελωδίες απλώνονται και αναπτύσσονται σε μεγάλες σε διάρκεια συνθέσεις, που φέρνουν στο νου τόσο την εγκεφαλικότητα των King Crimson και των Soft Machine, όσο και την free jazz του Miles Davis, χωρίς να λείπει και μια τζούρα από την ανατρεπτική τρέλα του John Zorn.

Αλλά, παρόλο που οι Henry Fool καταγίνονται σε πειράματα και αυτοσχεδιασμούς, το «Men Singing» περιέχει μερικές κορυφαίες μελωδικές στιγμές. Τελικά, οι Βρετανοί καταφέρνουν να σερβίρουν μια παλιά συνταγή, δηλαδή αυτή του prog rock, που άνθισε σχεδόν σαράντα χρόνια πριν, με έναν τρόπο φρέσκο και ιδιαίτερα σύγχρονο. Σε αυτό βέβαια βοηθάει και το ότι δεν διστάζουν να εισάγουν κάμποσα ηλεκτρονικά στοιχεία.

Να σημειώσουμε πως το Men Singing κυκλοφορεί από την πολύ αξιόλογη εταιρεία KScope.

 

Skagos – Anarchic (Flenser Records)

Από τα εφηβικά μου κιόλας χρόνια, που άρχισα να ακούω μουσική, μπάντες που είχανε μια πιο εναλλακτική ματιά στο black metal ιδίωμα συμπλήρωναν τα ακούσματά μου. Η πιο πρόσφατη ανακάλυψή μου σε αυτό τον χώρο είναι οι Καναδοί Skagos, οι οποίοι αποτελούν ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά συγκροτήματα του λεγόμενου Cascadian black metal. Το Cascadian black metal έχει τα τελευταία χρόνια αναπτυχθεί στην περιοχή Cascadia, στα σύνορα Η.Π.Α. και Καναδά. Ενοποιητικό στοιχείο της θεματολογίας και της ατμόσφαιρας των συγκροτημάτων της συγκεκριμένης σκηνής είναι το πάντρεμα ανάμεσα σε κοινωνικές και πολιτικές ιδέες της άκρας Αριστεράς, της οικολογίας και του αναρχισμού με μια παγανιστική φυσιολατρική αισθητική. Στην περίπτωση των Skagos, η αναρχική πολιτική ιδεολογία υποχωρεί μπροστά στην υπαρξιακή φυσιολατρική προσέγγιση.

Σε μουσικό επίπεδο τώρα, οι Καναδοί συνθέτουν ένα υβρίδιο που ισορροπεί ανάμεσα στο post rock, το ambient, το folk και βέβαια το black metal. Έτσι, ήρεμα και ατμοσφαιρικά μέρη διαδέχονται βαριά και κιθαριστικά. Για τα πρώτα, η μπάντα από τον Καναδά έχει οδηγούς τον πρωτεργάτη του ambient, Brian Eno, αλλά και αρχετυπικές post rock μπάντες, όπως οι Godspeed! You Black Emperor και οι Explosions In The Sky. Στα πιο metal ξεσπάσματα εντοπίζουμε επιρροές από τους Burzum, αλλά και τους In The Woods.  Η ατμόσφαιρα είναι τελετουργική και ψυχεδελική, ενώ πρωτότυπη και πολύ ενδιαφέρουσα είναι η εκτενής μελωδική απαγγελία που κυριαρχεί στο δεύτερο από τα τρία μέρη που συναπαρτίζουν το άλμπουμ.

Βέβαια, αυτό δε σημαίνει πως δεν εντοπίζουμε αδυναμίες και μάλιστα αισθητές. Μουσικά, όλα αυτά τα είδη που αναφέραμε πρωτύτερα δεν αφομοιώνονται πάντα με αρμονία, ενώ σε στιχουργικό επίπεδο, ο αναμφισβήτητος λυρισμός ορισμένων μερών αποδυναμώνεται από τον υπερβολικά επικό τόνο και τη μεγαλοστομία κάποιων άλλων. Ωστόσο, αυτές οι αντιθέσεις είναι που κάνουν το Anarchic μια πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά και του δίνουν μία θέση στις επιλογές μας από τις κυκλοφορίες του 2013.

 

Signal Hill – Chase The Ghost (Sun Sea Sky Productions)

Οι Signal Hill έρχονται από τις ΗΠΑ και όχι μόνο η μουσική τους, αλλά και όλη τους η νοοτροπία αποτελεί μέρος του αντίπαλου δέους στο κύμα της επιφανειακής show-biz  που έρχεται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Στο δεύτερο ολοκληρωμένο άλμπουμ τους, με τίτλο «Chase The Chost», παρουσιάζουν αποκλειστικά ορχηστρικές συνθέσεις  χαμηλόφωνου post rock.

Όλες οι συνθέσεις του άλμπουμ  διακρίνονται τόσο από απλότητα, όσο και από ωριμότητα. Οι κιθαριστικοί αρπισμοί κυριαρχούν σε μελωδίες μινιμαλιστικές, το μπάσο συνοδεύει αρμονικά, αλλά  το στοιχείο που κερδίζει τις εντυπώσεις είναι το drumming. Το παίξιμο του Tim Cooper πατάει με το ένα πόδι στην τεχνική και με το άλλο στη μελωδικότητα, επιτείνοντας την prog rock διάσταση του μουσικού ύφους των Signal Hill. Την ενορχήστρωση συμπληρώνουν λίγα πλήκτρα και λίγο βιολί· τα πρώτα κάνουν την ατμόσφαιρα πιο φευγάτη και space, το δεύτερο πιο γήινη και folk.

Από πλευράς επιρροών, οι απόηχοι κλασικών post rock συγκροτημάτων είναι αισθητοί, με συνήθεις υπόπτους τους Mogwai και Sigur Ros. Ωστόσο, οι Signal Hill, αντίθετα από το απλά συμπαθητικό ντεμπούτο τους, αποφεύγουν την ξεπερασμένη πλέον δομή του post rock ιδιώματος, της οποίας μια σύντομη περιγραφή θα ήταν «ήσυχη, μελωδική έναρξη που αργά (και συχνά βασανιστικά) εξελίσσεται σε μια δραματική, φασαριόζικη κορύφωση». Αντίθετα, η μπάντα από τις Η.Π.Α. δείχνει να πιάνει τη σκυτάλη από άλλα συγγενή και ομοπάτρια post  ή καλύτερα instrumental rock συγκροτήματα, όπως οι ιδιαίτεροι Mercury Program.

 

Haruka Nakamura – Melodica (Hyde Out Recordings)

Αν κάποιος ερχόταν με την (αρκετά παράλογη βέβαια) απαίτηση να επιλέξω ένα μονάχα άλμπουμ από το 2013, μάλλον αυτό θα ήταν το Melodica του Γιαπωνέζου Haruka Nakamura. Το άκουσα προς το τέλος της χρονιάς και με κέρδισε από τις πρώτες ακροάσεις.

Πώς θα μπορούσε βέβαια να συμβεί κάτι διαφορετικό, από τη στιγμή που το Melodica αποτελεί καρπό συνεργασίας ανάμεσα στον Nakamura και τον τεράστιο Nujabes (κλικ), που μας άφησε πριν τρία περίπου χρόνια. Έτσι, το «Melodica» είναι βυθισμένο στο hip hop στιλ που εισήγαγε ο Nujabes, ένα hip hop ουσιαστικό, μακριά από μόδες και εμπορικότητα, το οποίο οφείλει πολλά στη jazz μουσική.

Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό, η κυρίαρχη jazz επιρροή, ταιριάζει και  στον Nakamura, ο οποίος με τις τέσσερις προηγούμενες κυκλοφορίες του, έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πιο λυρικούς nu jazz καλλιτέχνες. Αλλά, στην περίπτωση του Melodica, το ακουστικό και αισθαντικό ύφος του Γιαπωνέζου μπολιάζεται με τη ζεστασιά και τη ζωντάνια του hip hop. Έτσι, ακούμε φυσικά όργανα, όπως πιάνο, κιθάρα και ποικίλα πνευστά να μπλέκονται με σοφά τοποθετημένα samples. Το αποτέλεσμα είναι μια σειρά από υποδειγματικά downtempo κομμάτια, σε ένα από τα οποία συμμετέχει και ο πολυοργανίστας Uyama Hiroto.

Βέβαια, και τα ραπ φωνητικά δίνουν ισχυρό παρόν, με συμμετοχές από Substantial, Cise Starr, Shing02 και Pase Rock, δηλαδή τους σταθερούς συνεργάτες του Nujabes. Με γνήσια αίσθηση ρεαλισμού, διεισδυτικότητας, αλλά και ποιητικότητας, οι MCs προβληματίζονται γύρω από την ανθρώπινη ύπαρξη, τη δύσκολη πολιτικά και κοινωνικά εποχή που ζούμε, αλλά και τον έρωτα.

Τελικά το «Melodica» είναι μια δουλειά που ακονίζει το αισθητήριο της γνήσιας, βαθιάς ευγένειας που πιστεύω πως διακρίνει τους περισσότερους από μας· η μουσική του Haruka Nakamura διευρύνει και βαθαίνει τη δεκτικότητα της ανθρωπιάς μας. 

 

Chromatic Dream & Running In The Fog – Tethered To The Sun (Bad Panda Records)

Κλείνουμε την περιπλάνησή μας στη μουσική του 2013, με ένα  ΕP, που είναι προϊόν συνεργασίας του παραγωγού Chromatic Dream και της τραγουδίστριας Running In The Fog. Ο πρώτος είναι Βρετανός και η δεύτερη Καλιφορνέζα και το πραγματικό της όνομα είναι Amanda Harper. Οι δύο καλλιτέχνες επικοινωνούσαν πάνω από ένα χρόνο διαδικτυακά με αποτέλεσμα τη δημιουργία τριών τραγουδιών, που συγκεντρώθηκαν στο συγκεκριμένο EP, το οποίο μπορείτε να «κατεβάσετε» δωρεάν εδώ

Το πάντρεμα ήχων και στιλ με το οποίο καταγίνεται το ντουέτο δεν είναι από μόνο του ιδιαίτερα πρωτότυπο, αντίθετα θα λέγαμε πως είναι κάτι σύνηθες στο χώρο της φρέσκιας electronica: trip hop και chillwave, με κάποια σκόρπια dubstep στοιχεία, ενώ τα αιθέρια γυναικεία φωνητικά βρίσκονται στη γραμμή του shoegaze. Ωστόσο, το κέφι, το ταλέντο και η δουλειά που έχουν ρίξει οι δύο νέοι μουσικοί, απογειώνουν το όλο αποτέλεσμα. Οι μελωδίες είναι αξιομνημόνευτες, ενώ η ατμόσφαιρα θυμίζει  αργόσυρτη και ξεχαρβαλωμένη εκδοχή από electropop δεκαετίας του ’80.

Μάλιστα, ο Chromatic Dream και η Running In The Fog ένωσαν τις δυνάμεις του για ακόμα ένα τραγούδι με τίτλο «Turning Around», το οποίο κλίνει προς τον nu disco ήχο και μπορείτε να το βρείτε στη συλλογή Symposium Volume 1 (κλικ). 

Οι πιο παλιοί ακροατές των Portishead και οι νεότεροι των Keep Shelly In Athens, μπορούν να επενδύσουν άφοβα…

 

http://aeromusik.blogspot.gr