10 δισκογραφικοί σταθμοί στην καριέρα του Allan Holdsworth

Πρόλογος: Δημήτρης Καλτσάς

Η προσφορά του Allan Holdsworth στη μουσική και ειδικά στο ύφος, τον ήχο και τον ρόλο της ηλεκτρικής κιθάρας στην rock και jazz μουσική είναι δύσκολο να περιγραφεί με λέξεις. Το ειδικό βάρος του εκλιπόντα πια σπουδαίου μουσικού ίσως συμπυκνώνεται στην ευκολία με την οποία κάποιος τον χαρακτηρίζει ως κορυφαίο και σπουδαιότερο όλων, χωρίς καμία τύψη ή φόβο λάθους.

Αυτό όμως δεν είναι το μόνο που χαρακτηρίζει τον Holdsworth. Η ακαδημαϊκή αναγνώριση είναι τεράστιο παράσημο, αλλά το σημαντικότερο είναι πως αυτή προέκυψε μέσα από μία σπουδαία καριέρα με πολλά ιστορικά κεφάλαια. Ξεκινώντας δισκογραφικά από τους άσημους Igginbottom, ο Holdsworth υπήρξε ένας από τους καθοριστικότερους εκφραστές του θώκου της κιθάρας ως lead οργάνου στο progressive rock και το jazz / fusion. Συμμετείχε σε μερικά από τα κορυφαία albums που ακούσαμε ποτέ και στη συνέχεια έχτισε μια αξιοζήλευτη προσωπική καριέρα όντας πηγαία δημιουργικός μέχρι το απρόσμενο και πρόωρο τέλος.

Αυτά είναι 10 από τους σπουδαιότερους δισκογραφικούς σταθμούς στην πορεία του ασύγκριτου με οποιονδήποτε Allan Holdsworth.


 

Ian Carr – Belladonna [1972]

Μετά από τρία αριστουργηματικά albums ο Ian Carr, τρομπετίστας και ηγέτης των jazz / prog πρωτοπόρων Nucleus, αποφάσισε να κυκλοφορήσει την τέταρτη δουλειά του ως προσωπικό δίσκο και όχι υπό το όνομα των Βρετανών θρύλων. Λογική απόφαση, καθώς από το original line-up μόνο ο Brian Smith (σαξόφωνο, φλάουτο) είχε απομείνει. Ωστόσο και η νέα σύνθεση περιελάμβανε εξαιρετικούς μουσικούς όπως οι πιανίστες Dave MacRae (Matching Mole) και Gordon Beck, ο μπασίστας Roy Babbington (Delivery, Keith Tippett), ο drummer Clive Thacker (Brian Auger’s Trinity) και φυσικά το τότε ανερχόμενο αστέρι της ηλεκτρικής κιθάρας ονόματι Allan Holdsworth. Παρόλο που το Belladonna υστερεί ποιοτικά σε σχέση με τα ασύγκριτα Elastic Rock και We’ll Talk About It Later, περιέχει εμπνευσμένο jazz-rock με prog διάθεση και funky groovy ρυθμούς σε σημεία, ενώ παράλληλα διακατέχεται από μία πιο χαλαρή meditative ατμόσφαιρα σε σχέση με το απόλυτο στυλ των Nucleus. Όσο για τον Allan Holdsworth, πέραν από μερικές εξαιρέσεις όπως το shredding φινάλε του Hector’s House και κάποια lead σημεία στο Remadione, κυρίως ο ρόλος του περιορίζεται στο να συνοδεύει με τα ρυθμικά του την υπόλοιπη μπάντα με αποτέλεσμα να μη είναι ακόμη εμφανή τα στοιχεία εκείνα που τον καθιέρωσαν στην ελίτ της ηλεκτρικής jazz / fusion κιθάρας.

Πάρης Γραβουνιώτης

 

 

Tempest – Tempest [1973]

Έπειτα από τις συμμετοχές σε albums των Igginbottom και Ιan Carr (Igginbottom‘s Wrench και Belladona αντίστοιχα) το παρθενικό ομότιτλο album των Βρετανών Tempest αποτελεί την τρίτη ιστορικά δισκογραφική στιγμή του Allan Holdsworth, ενός εκ των ηρώων της εξάχορδης θεάς και γενεσιουργού αιτίας για πολλές ένδοξες καριέρες. Ο πελώριος drummer και συνθέτης Jon Hiseman συνεπικουρείται από τον έτερο συμμέτοχο στους Colosseum μπασίστα Mark Clarke (βλ. Daughter of Time) τον Paul Williams (πρωτύτερα τραγουδούσε για χάρη των αξιόλογων blues rockers Juicy Lucy) και φυσικά τον εκδημούντα Allan Holdsworth.

Η σημασία του δίσκου δεν εξαντλείται στο μνημειώδες line up του όπως επανειλημμένως και αδίκως έχει σημειωθεί. Στο Tempest συνοψίζεται η προσπάθεια τεσσάρων μουσικών υψηλής καλλιτεχνικής ευφυΐας να αναδείξουν τη σκληρή και άμεση πλευρά της rock απομακρυνόμενοι εν πολλοίς από την jazz / fusion / progressive πλευρά των Colosseum. Ο δίσκος συγκεραίνει ιδανικά τα heavy blues riffs (τις ρυθμικές κιθάρες των Gorgon και Foyers of Fun θα τις ζήλευε τόσο ο Leslie West των Mountain όσο και o Frank Marino των Mahoganu Rush) τα hard rockin’ σημεία, το κιθαριστικό psychedelic rock, το prog rock και λιγότερο τις jazz / fusion στιγμές. Σημαντική ψηφίδα στο μωσαϊκό της καριέρας του Allan.

Θωμάς Σαρακίντσης

 

 

Soft Machine – Bundles [1975]

Το Bundles αποτελεί ένα σαφέστατο turning point στη δισκογραφία του τεράστιου αυτού σχήματος από το Canterbury. Ο βασικός λόγος είναι η εκτεταμένη χρήση κιθάρας για πρώτη φορά στην ιστορία της μπάντας. Η προσθήκη του Allan Holdsworth αποδείχθηκε καταλυτική για τη δημιουργία του καλύτερου τους album μετά την εποχή του Fourth (κάποιοι θα τολμούσαν να το πουν και ισάξιο του Fourth). Υφολογικά οι συνθέσεις τείνουν προς το καθαρό «γυαλισμένο» jazz-rock / fusion, με τα πειραματικά και avant-garde στοιχεία του παρελθόντος των Softs να απουσιάζουν εδώ. Το εναρκτήριο Hazard Profile αποτελεί κομμάτι-σταθμό στην ιστορία του είδους, με τον Holdsworth να παραδίδει μερικά από τα καλύτερα θέματα που έχει παίξει ποτέ. Τα συνθετικά ηνία έχουν δοθεί στον Karl Jenkins, ενώ ο μύθος Mike Ratledge αφήνει χώρο στους υπόλοιπους και συνεισφέρει κυρίως παικτικά. Ο Holdsworth υπογράφει το Gone Sailing και το φοβερό Land of the Bag Snake. Εκτός από το χαρακτηριστικό του παίξιμο στο δίσκο, εντύπωση προκαλεί ο εκπληκτικός ήχος της κιθάρας του, σεμινάριο για το πώς πρέπει να ακούγεται ένας fusion κιθαρίστας. Οι Soft Machine κατάφεραν με το Bundles να αναγεννηθούν συνθετικά και να προσφέρουν έναν από τους καλύτερους fusion δίσκους της mid και late 70s δισκογραφίας. Ο Allan Holdsworth υπήρξε σαφέστατα ένας από τους καταλύτες αυτής της αναγέννησης.

Κώστας Μπάρμπας

 

 

The New Tony Williams Lifetime – Believe It [1975]

Το Believe It ήταν το μουσικό “rite of passage” του  Allan Holdsworth. Φυσικά απολάμβανε το status του εκπληκτικού βιρτουόζου, αλλά αυτή η συνεργασία τον διαμορφώνει περισσότερο από κάθε άλλη και αποκαλύπτει το συνθετικό ταλέντο του (το Fred και το Mr. Spock είναι δικά του).

Ο Holdsworth έφερε και τον 23χρονο τότε Alan Pasqua στο group για τα keyboards, ο οποίος εκμεταλλεύεται την ευκαιρία και λάμπει στο Wildlife. Ο Tony Newton (μπασίστας της Motown) σχηματίζει ένα μοναδικό rhythm section με τον  Tony Williams και είναι υπεύθυνος για τις δύο πιο heavy συνθέσεις στον δίσκο (Snake Oil, Red Alert). Ο Tony Williams δίνει προτεραιότητα στην δομή και στην σύνθεση, από τις οποίες ξετυλίγονται οι ιλιγγιώδεις αυτοσχεδιασμοί, αποδεικνύει ότι είναι το ίδιο εκπληκτικός jazz και rock ‘n’ roll drummer, ένα απέραντο μουσικό ταλέντο.

Υπάρχουν καλοί δίσκοι, υπάρχουν ποιοτικοί δίσκοι και υπάρχουν και διαχρονικοί δίσκοι. Το Believe It δεν είναι ο επαναστατικός δίσκος που γέννησε μια νέα μουσική γλώσσα. Η γλώσσα υπήρχε, ο λόγος είχε αρθρωθεί, το λεξιλόγιο είχε σχηματιστεί. Μπορεί να μην ήταν κοσμογονικό, αλλά ήταν η επιτομή, η αποτύπωση των ποικίλων εκφραστικών μέσων του μουσικού ύφους που είχε πολιτογραφηθεί ως jazz rock / fusion. Το οργιαστικό live feeling του δίσκου, ο συγκερασμός της jazz λεπτότητας με τον rock αυθορμητισμό και ενέργεια, χαρακτηριστικό της χρυσής εποχής του είδους εκτοξεύει το album στην διαχρονία.

Δημήτρης Αναστασιάδης

 

 

Gong – Gazeuse! [1976]

Από τότε που οι Gong έγιναν προσωπική υπόθεση για τον Pierre Moerlen, άνοιξε ο δρόμος για συμμετοχές αξιόλογων μουσικών χωρίς ιδιαίτερα σταθερό σχήμα. Στο Gazeuse! η πληθωρική παρουσία του Allan Holdsworth δίνει στίγμα -αν όχι κατεύθυνση- αξιοποιώντας την απόλυτη ελευθερία που απολαμβάνει εκτελεστικά όσο και συνθετικά. H αλληλεπίδρασή και το δέσιμό του με τα μεταλλόφωνα του Moerlen και την Be-bop ιδιοσυγκρασία του Malherbe στο σαξόφωνο είναι σοκαριστικά ιδιοφυές. Οι ρυθμοί, τα θέματα, οι διαθέσεις εναλλάσσονται αλάνθαστα δημιουργώντας αμέτρητους διαδρόμους απογείωσης στον Holdsworth. Ξέφρενη, σχεδόν «ανάγλυφη» φρασεολογία, πάθος και συναίσθημα συνοδεύουν την τεχνική που με τόσο έμφαση αναβαθμίζει τις συνθέσεις.Κλασσικό παράδειγμα το Shadows of που στην ουσία δεν είναι άλλη από μία  βελτιωμένη επανεκτέλεση του Velvet Darkness (από τον ομότιτλο προσωπικό του δίσκο), χάρη στην αναθεωρημένη ενορχήστρωση των Gong. Άλλο κομμάτι που ξεχωρίζει είναι το Night Illusion που ξεκινάει με ένα αργό hard rock θέμα για να απλωθεί ρυθμικά και αρμονικά, δίνοντας χώρο στα κρουστά και στο υπέροχο φλάουτο του Malherbe να το στολίσουν με το ταλέντο τους. Η συνεργασία του Holdsworth  με τους Gong θα συνεχιστεί με τον ίδιο ζήλο και δοτικότητα και στο επόμενο εξίσου υπέροχο Expresso II δύο χρόνια αργότερα.

Γιάννης Ζαβραδινός

 

Jean-Luc Ponty – Enigmatic Ocean [1976]

Μετά τη συνεργασία του Holdsworth με τους Gong, μια νέα ακολουθεί  με τον διάσημο Γάλλο βιολιστή Jean-Luc Ponty. Το Enigmatic Ocean του 1977 είναι μια από τις σημαντικότερες δουλειές του Ponty που απέκτησε αναμφισβήτητα μια μνημειακή θέση στο πάνθεον της jazz / fusion. Ειδικά το Mirage δικαιολογημένα θεωρείται ένα κλασικό rock κομμάτι που είναι γνωστό σε πολύ περισσότερο κόσμο από τους  prog / fusion οπαδούς. Οι άριστες συνθέσεις που εκτελούνται από τους ταλαντούχους μουσικούς και η φαντασία των κομματιών ταξιδεύουν κάθε ακροατή σε περιπετειώδη μέρη. Ο Ponty καταφέρνει να θέλγει με το εκπληκτικό παίξιμό του στο βιολί που είναι απρόβλεπτο, επιθετικό ή μελωδικό και λυρικό. Τα σόλο του Holdsworth κυριαρχούν στα Enigmatic Ocean, Nostalgic Lady και The Struggle of the Turtle to the Sea, αλλά το πιο εντυπωσιακό είναι πως αποτελεί ένα λαμπερό κομμάτι μιας τεχνικά τέλειας μπάντας που ταυτόχρονα γκρουβάρει, δίπλα τους Stuermer, Zavod, Smith και τον ίδιο τον Ponty. Ο Holdsworth άφησε ξαφνικά την μπάντα του Ponty κατά τη διάρκεια της περιοδείας, για να παίξει στο πρώτο σόλο album του Bill Bruford, το Feels Good to Me, και κυριολεκτικά ανέβασε επίπεδο στη μουσική του για άλλη μία φορά στο One of a Kind που ακολούθησε.

Ντίνα Δέδε

 

 

U.K. – U.K. [1978]

To ντεμπούτο αυτού του supergroup κυκλοφόρησε το 1978. Παρά το γεγονός ότι τα μέλη του δεν ήταν βασικοί συνθέτες και ηγέτες στις προηγούμενες μπάντες τους, οι U.K. παρέδωσαν όλα όσα ζητά κανείς από μια progressive μπάντα. Τα τραγούδια είναι πολυδουλεμένα, προσεκτικά ενορχηστρωμένα και άψογα ισορροπημένα μεταξύ progressive rock και jazz / fusion. Η χημεία όλου του σχήματος είναι υπέροχη εδώ. Οι Wetton και Bruford είναι σε σπουδαία φόρμα και ακούγονται όσο καλοί ήταν και στους King Crimson. Το κορυφαίο drumming του Bill σε συνδυασμό με την κιθαριστική δουλειά του Allan είναι highlights του album. Τα φωνητικά του Wetton είναι υπέροχα σε όλα τα κομμάτια. Ο ήχος των πλήκτρων του Eddie Jobson είναι απλά τέλειος! Οι εισαγωγές του και μερικά ξαφνικά σόλο είναι με μία λέξη εκθαμβωτικά, ειδικά στο Alaska. Τα leads του σπουδαίου Allan Holdsworth συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο τεχνικών και εμπνευσμένων που έπαιξε ποτέ, ειδικά το signature solo του με το τέλειο legato στο In The Dead Of Night. Οι U.K. ποτέ δεν απέκτησαν την εμπορική επιτυχία που τους άξιζε, αλλά το ντεμπούτο τους είναι ένα αριστούργημα της progressive rock μουσικής και είναι απαραίτητο σε οποιονδήποτε δηλώνει prog οπαδός.

Goran Petrić

 

 

Bill Bruford – One Of A Kind [1979]

O δεύτερος δίσκος του Bruford, το Οne of a Κind του 1979, συνιστά τη κορωνίδα της προσωπικής του καριέρας. Μετά από μια συναρπαστική διαδρομή με τους Yes και τους King Crimson ακολούθησε προσωπική καριέρα δίνοντας έμφαση στη μουσική που αγαπούσε ιδιαίτερα: την jazz / fusion.

H σύνθεση της μπάντας πλην του Bruford αποτελούνταν από μουσικούς εγνωσμένης κλάσης: ο μπασίστας Jeff Berlin, o πληκτράς Dave Stewart και η αυτού μεγαλειότης Αllan Holdsworth. Έχοντας λάβει την απόφαση για την instrumental κατεύθυνση του δίσκου (ενώ στον πρώτο δίσκο υπήρχαν τα φωνητικά της Anna Peacock) η μουσική είχε ακραιφνώς τεχνικό χαρακτήρα. Fusion, στο οποίο λάμπουν οι απαράμιλλες κιθαριστικές ακροβασίες του Holdsworth οι οποίες συμπλέκονται με τα πολυποίκιλα πλήκτρα του Stewart, με τον Bruford να καθοδηγεί με διακριτικότητα τους υπόλοιπους για να ξεδιπλώσουν το πολύπλευρο ταλέντο τους. Όλα τα κομμάτια διατηρούν πολύ υψηλή ποιότητα, με το Fainting in Coils να ξεχωρίζει με την πολύτροπη απόδοσή του, το  Five G με το ξεχωριστό μπάσο του καθώς και τα δύο μέρη του Sahara of Snow. Το Οne of a Κind είναι όντως μοναδικό και μνημονεύεται ως και σήμερα ως μια εξαιρετική fusion κυκλοφορία προερχόμενη από μοναδικούς μουσικούς.

Χρήστος Μήνος

 

 

Allan Holdsworth – I.O.U. [1982]

Στη δεκαετία του ’70 o Holdsworth θεωρούνταν από όλους σπουδαίος κιθαρίστας. Αυτό που ενδεχομένως έλειπε από εκείνη την εποχή ήταν το milestone το οποίο θα τον τοποθετούσε στο πάνθεον της ηλεκτρικής κιθάρας. Ηχογραφημένο το 1979, το I.O.U. κυκλοφόρησε τελικά το 1982 και έμελλε να είναι ο δίσκος που θα τον κατέτασσε ως το μεγαλύτερο ανάμεσα στους μεγαλύτερους.

Παίρνοντας ώθηση από τη συνεργασία του με το Bill Bruford (U.K., Bruford) ο Holdsworth του I.O.U. προσεγγίζει το jazz-rock fusion με ένα τρόπο που θυμίζει αρκετά την αισθητική των King Crimson του Discipline (των οποίων φυσικά ήταν μέλος ο Bruford) και με το περίπλοκο, σοφιστικέ, άλλοτε αφαιρετικό και άλλοτε χαώδες παίξιμό του επιτίθεται από το πρώτο δευτερόλεπτο του δίσκου δημιουργώντας ένα κιθαριστικό δικαστήριο. Άξιοι συνοδοιπόροι του ο Gary Husband με το δυναμικό του παίξιμο στα τύμπανα,ο Paul Carmichael στο μπάσο να φυλάει σταθερά τα μετόπισθεν,αλλά και ο Paul Williams με την αύρα à la Phil Collins στα φωνητικά.

H λέξη «καινοτομία» δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει το I.O.U., έναν δίσκο-υπέρβαση που άνοιξε το δρόμο στους μεγάλους κιθαρίστες που ακολούθησαν στη jazz, τη rock αλλά και τη metal μουσική. Καθόλου εύκολο στο άκουσμα, χωρίς όμως να είναι δύστροπο,το I.O.U.έχοντας σαν όπλο την εκπληκτική του ροή επιβάλλεται στον ακροατή, ωθώντας τον σε πολλαπλές ακροάσεις κατά τις οποίες ανακαλύπτει συνεχώς καινούρια όμορφα πράγματα.

Ηλίας Γουμάγιας

 

Allan Holdsworth – Metal Fatigue [1985]

To Metal Fatigue αποτελεί έναν από τους αρτιότερους δίσκους που κυκλοφόρησε ή συμμετείχε ποτέ η τεράστια αυτή μουσική προσωπικότητα. Με τη βοήθεια ενός all-star line-up (Jimmy Johnson, Chad Wakerman, Gary Husband, Alan Pasqua) πρωτοπορεί, εντυπωσιάζει και αφήνει ακόμη ένα βαθύτατο αποτύπωμα στην ηλεκτροδοτούμενη μουσική. Πρόκειται για ένα δίσκο που αποδομεί, ανασυνθέτει και ανακατευθύνει το 70s jazz fusion, περασμένο φυσικά μέσα από ένα 80s φίλτρο δομικά και συνθετικά  δημιουργώντας εν τέλει κάτι καινούριο και αυτόφωτο. Η έμμεση ή άμεση  επιρροή του δίσκου και του γενικότερου έργου και τεχνοτροπίας του Holdsworth βρίσκεται τόσο τους μετέπειτα διαδόχους στο είδος (G. Howe, Kotzen), όσο και μετέπειτα ιδιαίτερα ξεχωριστούς παίχτες στο prog/tech metal (Jarzombek, Josh Christian, Thordendal, Gobel , Masvidal κ.ά). Στα 37 και κάτι λεπτά του μπορεί να βρει κανείς από σχεδόν ραδιοφωνικές συνθέσεις (εκπληκτικό το ομώνυμο), μέχρι το δαιδαλώδες  fusion όργιο The un-merry-go-round. Το τελευταίο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα του, του ανθρώπου που άθελά του δημιούργησε το φαινόμενο Holdsworth. Η οικονομική αδυναμία του τελευταίου να αγοράσει ένα σαξόφωνο στον νεαρό Allan θα δημιουργήσει -σαν το φαινόμενο της πεταλούδας- έναν σαξοφωνίστα παγιδευμένο στο σώμα ενός από τους μοναδικότερους κιθαρίστες που γέννησε η μουσική ανά τους  χρόνους. Αν και η ιδιοφυΐα αυτή δεν θα μπορούσε να παγιδευτεί και να περιοριστεί με κανέναν τρόπο και από οποιοδήποτε όργανο.

Τάσος Ποιμενίδης

By using the ProgRocks.gr website you agree to our use of cookies. ☒Accept