Όταν το grunge ήταν το ‘alt’ στο alt-prog

Εισαγωγή: Δημήτρης Καλτσάς
Μετάφραση: Αλέξανδρος Μαντάς

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80, ενώ το metal μεσουρανούσε στο rock στερέωμα, πρωτοεμφανίστηκαν τα πρώτα δείγματα από το προοδευτικό παρακλάδι του. Το prog rock από την άλλη διένυε την χειρότερη περίοδό του ιστορικά και ήταν φανερό πως μια αναγεννητική δύναμη με πιο επίκαιρα συστατικά ήταν αναγκαία. Παράλληλα, τότε ήταν που πρωτοεμφανίστηκε στο Seattle το grunge κίνημα, μια σκληρή εκδοχή εναλλακτικού rock που γρήγορα κατέκλυσε την τοπική και ευρύτερη underground σκηνή. Με ταχύτητα έκρηξης το grunge απέκτησε διαστάσεις κουλτούρας με ενδυματολογικό στίγμα, lo-fi εικαστική αισθητική, μία γενικευμένη θολούρα, απόρροια του αλκοόλ και κυρίως της ηρωίνης, που κατέκλυσε τα 90s στο ξεκίνημά τους, τελειώνοντας πολλές ζωές πάρα πολύ πρόωρα και τελικά πνίγοντας το τελευταίο rock κίνημα με επαναστατικές διαστάσεις άδοξα και όσο ξαφνικά είχε μπει στις ζωές μας λίγα χρόνια πριν.

Ωστόσο, το μουσικό στίγμα έμεινε, αν και η επιρροή του ήχου άργησε κάπως να φανεί σε άλλα είδη ή αγνοήθηκε, ηθελημένα και μη (μέχρι τα 00s βέβαια…). Η ταχύτατη ανάδειξη του grunge σε κυρίαρχη τάση έκανε τους metal και hard rock οπαδούς να το αντιμετωπίζουν ως εχθρό. Και μπορεί να δικαιολογούνται μερικώς, γιατί η εναλλακτική στροφή των Queensrÿche στο Hear In the Now Frontier (1997), των Anthrax στο Sound of White Noise (1993) των Def Leppard στο Slang (1996) ή των Mötley Crüe στο ομώνυμο album (1994) δεν ήταν ακριβώς ό,τι καλύτερο μας έδωσαν, αλλά το grunge είχε και τρεις άμεσες, ευεργετικές επιδράσεις. Πρώτον: εν πολλοίς εξαιτίας του απεβίωσε το hair metal. Δεύτερον: συνέβαλε σημαντικά στο μουσικό αμάλγαμα των Tool. Τρίτον: κάποια διάσπαρτα ανά την υφήλιο σχήματα εναγκάλισαν τα εκφραστικά στοιχεία του grunge και την αλήτικη αισθητική του, συχνά προσθέτοντας funk metal στοιχεία και παντρεύοντάς τα ιδιοφυώς με την προοδευτική μουσική (κυρίως prog metal που μεσουρανούσε τότε). Έτσι λοιπόν, εγένετο η πρώτη μορφή alt-prog, πολύ πριν το post-hardcore, το post-rock, το post-metal ή το mathcore καταλάβουν τον ‘alt’ θώκο του crossover / alt-prog.

Και όμως, τα τολμηρά αυτά σχήματα που ένωσαν επιτυχημένα και εμπνευσμένα διαφορετικές ηχητικές τάσεις πλήρωσαν το τίμημα της πρωτοπορίας και στην πλειοψηφία τους διαλύθηκαν πριν λάβουν την αναγνώριση που τους αξίζει. Ας σκαλίσουμε τα βιώματά μας από τα 90s και ας θυμηθούμε μερικές από αυτές (με χρονολογική σειρά).


 

Mind Over Four

Το 1983 στο Los Angeles τέσσερις ανήσυχοι μουσικοί  κυκλοφορούν ένα  new-wave / post-punk EP. To 1987, σε ένα περιβάλλον όπου επικρατεί το glam rock, σκάει το φανταστικό progressive metal / proto-alternative album με τίτλο Out Here. Ακολουθούν τα Mind Οver Four (1989) και The Goddess (1990), όπου τα alternative στοιχεία πολλαπλασιάζονται. Το 1993, με το grunge να είναι στο απόγειό του και ενώ έχουν περιοδεύσει με τους Prong και τους Pantera μεταξύ άλλων, οι Αμερικανοί κυκλοφορούν το  μάλλον καλύτερό τους album Half Way Down. Οι ταχύτητες πέφτουν, συχνά οι ρυθμοί είναι αργόσυρτοι και το αποτέλεσμα είναι μία μίξη  επιθετικής προοδευτικής μουσικής όπου συνυπάρχει το progressive metal ως ουσία με το alternative / grunge στοιχείο ισομερώς. Μεγαλύτερη εναλλακτική επιρροή τους εδώ θαρρώ υπήρξαν οι Jane’s Addiction. Οι στίχοι περισσότερο εσωτερικοί και αλληγορικοί από ποτέ (φανερά λιγότερο κοινωνικοπολιτικοί),  εναρμονισμένοι στα δεδομένα της Generation Χ του grunge. Το Empty Hands που ακολούθησε, ένα καθαρά alternative άλμπουμ, ηχεί μάλλον μπερδεμένο.

Mind Over Four. Τέσσερις μουσικοί με διαφορετικές επιρροές σε μία ισότιμη ένωση όπου η αυτόνομη καλλιτεχνική έκφραση είναι μοναδική της προϋπόθεση. Ως μοναδικοί που υπήρξαν δεν αντιγράφηκαν και δεν επηρέασαν κάποια μπάντα, τουλάχιστον όχι αντιληπτά. Παραμένουν όμως αντικείμενο λατρείας στις μουσικές παρέες που αντιλαμβάνονται τη σπουδαιότητά του έργου τους.

Πέτρος Παπαδογιάννης

Επιλεγμένη δισκογραφία: Out Here (1987), Mind Over Four (1989), The Goddess (1990), Half Way Down (1993)

 

Kings X

Το θρυλικό τρίο από το Springfield κατάφερε να προσδιορίσει εκ νέου τον ήχο του Αμερικάνικου rock με τρόπο ουσιαστικό, επαναφέροντας στο προσκήνιο με εμφατικό τρόπο την αρμονία στα φωνητικά. Οι Beatlesque γραμμές δεμένες με soul / gospel ευαισθησίες πιστώνονται στην εμβληματική φιγούρα και προσωπικότητα του μπασίστα / τραγουδιστή Doug Pinnick. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ένα άκρως πετυχημένο αντιστάθμισμα απέναντι στις heavy κιθάρες και τους γκρουβάτους ρυθμούς και φυσικά συνθέσεις που αποτυπώνονται στη μνήμη και τα συναισθήματα. Τα περίτεχνα solos του εξαιρετικού Ty Tabor δίνουν την απαιτούμενη ώθηση στην πολυσύνθετη και πληθωρική μουσική τους. Πέντε υπέροχοι δίσκοι μεταξύ 1988 – 1994, πέντε λόγοι να τους αγαπήσουμε. Το ότι η δημοσιότητα και η επιτυχία τους διέφυγε είναι καθαρά συγκυριακό. Tην ίδια χρονική περίοδο, η έκρηξη του grunge που ξεκίνησε από το Seattle έκανε τα πάντα να ακούγονται παρωχημένα. Τα alternative rock σχήματα της εποχής είχαν δυο επιλογές: να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα ή να βρεθούν στο περιθώριο. Οι King’s X αποδείχτηκαν ιδιαίτερα ευέλικτοι και το grunge συμβατός «δότης». Το αποτέλεσμα αισθητό και εντυπωσιακό στο ομώνυμο (1992) και στο Dogman (1994). Ούτως ή άλλως λόγω της prog πτυχής τους, η ανησυχία και ευστροφία δεν έλειψε ποτέ από τους King’s X. Γι’ αυτό τους έχουμε ακόμα και σήμερα κοντά μας.

Γιάννης Ζαβραδινός

Επιλεγμένη δισκογραφία: Out of the Silent Planet (1988), Gretchen Goes to Nebraska (1989), Faith Hope Love (1990), King’s X (1992), Dogman (1994) 

 

Last Crack

Αν ποτέ κάποιος σας ζητήσει μια early 90s μπάντα της οποίας η μουσική περικλείει όλα τα χαρακτηριστικά του αμερικάνικου σκληρού ήχου της εποχής, αλλά είναι ταυτόχρονα και αρκετά άγνωστη, τότε η απάντηση σας οφείλει να είναι: οι Last Crack. Τα καλύτερα στοιχεία του metal μπερδεύονται με το funk και το alternative στους δύο σεμιναριακούς δίσκους που μας άφησαν. Ιδιαίτερα το Burning Time (το οποίο κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά με το Badmotorfinger παρακαλώ) προτείνεται σε κάθε φίλο του alternative rock και metal. Το grunge υπάρχει σε κάθε στιγμή της μουσικής τους πρότασης, μέσω της πιο hard rock και metal πλευράς του (Alice in Chains, Soundgarden). Ο Buddo μπορεί να μην είναι Cornell, αλλά ο τρόπος που χρησιμοποιεί το γρέζι παραμένοντας υψίφωνος είναι εξαιρετικός. Οι συνθέσεις και στους δύο δίσκους τους ρέουν άψογα, αλλά όχι πάντα εύκολα. Το progressive υπάρχει στο dna των κομματιών και τα hooks και οι «απότομες στροφές» κάθε άλλο παρά απουσιάζουν. Δεν ξέρω αν ήταν αυτός ο λόγος που δεν συνάντησαν ποτέ την επιτυχία ή έφταιξαν πιο πολύ οι συγκυρίες και το ανύπαρκτο marketing. Το μόνο σίγουρο είναι πως ακόμα και σήμερα η μουσική παρακαταθήκη τους ακούγεται φρέσκια και – εκ των υστέρων – της αξίζει μια θέση στο πάνθεον του alternative rock των 90s.

Κώστας Μπάρμπας

Δισκογραφία: Sinister Funkhouse #17 (1989), Burning Time (1991)

 

Galactic Cowboys

Οι Galactic Cowboys αποτελούν σίγουρα μια ιδιαίτερη περίπτωση μουσικού σχήματος. Άλλωστε, Χριστιανούς από το Τέξας με μια ιδιαίτερη προοδευτική ματιά στον τρόπο που δημιουργούν μουσική δεν πετυχαίνεις και κάθε μέρα. Όντας φίλοι με τους King’s X κατάφεραν να βρεθούν ως support σε σημαντικά σχήματα, αλλά ποτέ δεν κατάφεραν το breakthrough. Το στυλ τους μπορεί να περιγραφεί ως ένα μείγμα alternative rock, thrash metal (Anthrax και Metallica κυρίως) και progressive metal. Παρά τα σκληρά σημεία, η μουσική τους είχε μια pop ανεμελιά κυρίως μέσω των φωνητικών, βγάζοντας ακόμα και ένα αίσθημα κολεγιακού rock. Το grunge της εποχής τους είχε επηρεάσει και αυτό ξεκάθαρα όπως είναι λογικό, κάποιες στιγμές περισσότερο και κάποιες λιγότερο. Ειδικά το τρίτο τους πόνημα, Machine Fish, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ‘thrasy metallica grunge’. Το ύφος τους είναι γενικότερα αρκετά αναγνωρίσιμο, παρόλο που στους έξι δίσκους και ένα EP που κυκλοφόρησαν από το 1991 ως το 2000 (με κορυφαία τα Space In Your Face και Machine Fish), δεν παρέμειναν ποτέ στάσιμοι. Το μόνο που μπορεί κανείς να τους προσάψει είναι ότι ποτέ δεν κυκλοφόρησαν ένα αδιαφιλονίκητο αριστούργημα. Παρ’ όλα αυτά, όλοι οι φίλοι των μουσικών παράδοξων και των ιδιαίτερων ηχητικών μίξεων καλό θα ήταν να τους δώσουν μία ευκαιρία.

Κώστας Μπάρμπας

Επιλεγμένη δισκογραφία: Galactic Cowboys (1991), Space in Your Face (1993), Machine Fish (1996)

 

The Beyond

Το 1988 στο Derby της Μ. Βρετανίας, τέσσερις παράξενοι τύποι που ένοιωθαν εξίσου άνετα με το να  διασκευάζουν AC/DC αλλά και Mudhoney δημιουργούν τους The Beyond. Οι live εμφανίσεις τους τους φέρνουν στο ενεργητικό της Harvest. Το 1991, σε μία εποχή που ο ήχος του Seattle γινόταν το next big thing, οι Βρετανοί κυκλοφορούν ένα φανταστικό άλμπουμ υπερτεχνικού προοδευτικού metal / rock (ο μπασίστας και ο ντράμερ οργιάζουν πραγματικά) με μη metal φωνητικά, jazz-ίστικους ρυθμούς και alternative και πρώιμα grunge στοιχεία. Η συνέχεια ήλθε δύο χρόνια έπειτα. Το Chasm, αν και λιγότερο τεχνικό από το ντεμπούτο, αποτελεί ένα σπάνιο κράμα prog και της εναλλακτικής rock τάσης της εποχής. Στη μουσική τους, οι Rush (με τους οποίους περιόδευσαν!) συναντούν το Seattle. Οι φωνητικές μελωδίες των Pearl Jam του Ten ερωτοτροπούν με τις μελαγχολικές κιθαριστικές στιγμές του Dirt των Alice In Chains, σε ένα prog πλαίσιο.   

Παρόλο που είχαν ισχυρό label που τους στήριξε, δεν κατάφεραν να φτάσουν σε μεγάλα ακροατήρια. Ωστόσο, δε θα ξαφνιαστώ αν κάπου μέλη των Tool ή των Deftones για παράδειγμα τους αναφέρουν ως ένα γκρουπ που λατρεύουν. Οι The Beyond ήταν πραγματικά ‘beyond’. Πέρα από την εποχή τους, περισσότερο από όσο μπορούσε να αντιληφθεί ο τότε ακροατής.

Πέτρος Παπαδογιάννης

Δισκογραφία: Crawl (1992), Chasm (1993)

 

Thought Industry

H ένταξή τους στην κραταιά Μetal Blade, μετά από θερμή εισήγηση του Jason Newsted, τους έδωσε τη δυνατότητα να ξεκινήσουν τον καλλιτεχνικό αγώνα τους που συνίστατο από υπερπήδηση των στεγανών και συνακόλουθα τη σύνθεση πρωτότυπης μουσικής. Το έργο του Νταλί που κοσμούσε το εξώφυλλο της πρώτης κυκλοφορίας προϊδέαζε για ένα αναλόγως αισθητικής περιεχόμενο. Οι σουρρεαλιστικοί στίχοι (με δόσεις πολιτικού σχολίου) αναδύονταν από ένα σύμπαν όπου το thrash συναντούσε το alternative rock (κυρίως grunge) αλλά και το punk. Σε τραγούδια όπως το Daughter Mobius υπάρχουν ξεκάθαρες αναφορές στον εναλλακτικό ήχο που γίνονται ακόμα εμφανέστερες στο The Chalice Vermillion. Eπίσης, ξεχωρίζει το ομώνυμο κομμάτι με τους μανιακά εναλλασσόμενους ρυθμούς του. Όλος ο δίσκος αποπνέει τη διάθεση να μην συνθηκολογήσει σε μουσικούς συμβιβασμούς: με το grunge η μπάντα βρίσκει το όχημα να μεταφέρει ένα μέρος των πειραματισμών της. Η συνεκτικότητα του έργου που ακροβατεί σε ρυθμούς που από τη μία παραπέμπουν σε Primus και Faith no more και από την στο εκλεπτυσμένο Thrash είναι από μόνο του ένα μεγάλο κατόρθωμα.

Στον grunge ήχο η μπάντα βρίσκει ένα πεδίο να ξεδιπλώσει τους μουσικούς της πειραματισμούς και να αποδείξει πως η αναγέννηση του προοδευτικού metal περνούσε από οδούς φαινομενικά αλλότριες που όμως το τελικό αποτέλεσμα απεδείκνυε πόσο γονιμοποιός υπήρξε αυτή η επιρροή.

Χρήστος Μήνος

Επιλεγμένη δισκογραφία: Songs for Insects (1992), Mods Carve the Pig: Assassins, Toads and God’s Flesh (1993)

 

I Mother Earth

Αν υπάρχει ένα γκρουπ στην alt-prog σκηνή των 90s που έκανε γκελ σε ευρύτερο κοινό, τότε αυτοί είναι σίγουρα οι Καναδοί I Mother Earth. Με τα Dig (1993), Scenery and Fish (1996) και Blue Green Orange (1999) να χτυπάνε κορυφές στα τοπικά charts, η μουσική τους για περίπου μια πενταετία αναγνωρίσθηκε ως μια εξαιρετική μίξη του πιο περίτεχνου grunge και του prog των Rush (καθόλου τυχαία τα guests των Geddy Lee και Alex Lifeson στα τραγούδια Good for Sule και  Like A Girl αντίστοιχα). Το slapping μπάσο, τα βαριά riffs και το tribal percussion, ως απότοκη πτυχή της alternative γενιάς έδωσαν μια εξαιρετική βάση στην τεχνική κατάρτιση του γκρουπ, ώστε να ξεδιπλώσει αρετές άγνωστες στην πλειοψηφία της διαφορετικής πλευράς του rock. Η φυγή του Edwin από τα φωνητικά μετά το δεύτερο αλμπουμ τους μείωσε αισθητά την grunge αίσθηση της μουσικής τους, ενώ και η σταδιακή εισαγωγή ηλεκτρονικών στοιχείων και άλλων μοντερνισμών τους απομάκρυνε από τον καλοσχεδιασμένο ήχο τους, με αποτέλεσμα η τελευταία κυκλοφορία τους The Quicksilver Meat Dream (2003) να μην εστιάζει ορθά σε ύφος και μοιραία να μην κερδίζει τις εντυπώσεις, σε σχέση με την δισκογραφία τους στα 90s.

Αλέξανδρος Τοπιντζής

Επιλεγμένη δισκογραφία: Dig (1993), Scenery and Fish (1996), Blue Green Orange (1999)

 

Damn the Machine

Οι Damn The Machine ήταν δημιούργημα του μάγου Chris Poland, αρχικού κιθαρίστα των Megadeth και κυκλοφόρησαν τον μοναδικό ομώνυμο δίσκο τους το 1993. Η μπάντα ανέμειξε διαφορετικά είδη όπως jazz, blues, progressive και thrash με αποτέλεσμα να δημιουργήσει κάτι το μοναδικό, εντελώς πρωτότυπο, δύστροπο και όμως διασκεδαστικό. Τρομερή τεχνική, τα τραγούδια είναι εξαιρετικά δομημένα και ο Poland ήξερε πολύ καλά πως να δημιουργήσει διασκεδαστικά, jazz-ίστικα κιθαριστικά θέματα. Η ακρίβεια με την οποία αποδίδει τα solos είναι εντυπωσιακή ενώ εστιάζει στο συναίσθημα και στις μελωδίες αντί στην τεχνική. Το φωνητικά του Clemmons είναι διαυγή και μοναδικά και κολλάνε τέλεια με το μουσικό περιεχόμενο. Το rhythm section εντυπωσιάζει καθ’όλη τη διάρκεια του album. Σχεδόν όλα τα τραγούδια είναι πολιτικοποιημένα όπως αυτά των Queensrÿche, Warrior Soul και Pearl Jam. Οι grunge επιρροές είναι εμφανείς, ιδιαίτερα στα φωνητικά και σε κάποια ψυχεδελικά ορχηστρικά μέρη. Το αποκορύφωμα της σύντομης καριέρας τους ήταν η περιοδεία με τους Dream Theater. Δυστυχώς ο δίσκος πέρασε απαρατήρητος από πολλούς τότε οπαδούς του prog metal/rock και παρά τις θετικές κριτικές η μπάντα διέλυσε μετά τις ηχογραφήσεις κάποιων demos και δεν κυκλοφόρησαν ποτέ ένα δεύτερο album. Κατά πολλούς τρόπους οι Damn the Machine ήταν πολύ μπροστά από την εποχή τους και άξιζαν οπωσδήποτε μεγαλύτερη αναγνώριση.

Goran Petrić

Δισκογραφία: Damn the Machine (1993)

 

Depressive Age

Aπό την αυτομόλησή τους από τη μια πλευρά της Γερμανίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στον «ελεύθερο» δυτικό τμήμα της, οι Depressive Age δεν σταμάτησαν ποτέ να τολμούν στην μουσική τους καριέρα. Οι απαρχές αυτής ακολουθούσαν με πρωτότυπο τρόπο τις επιταγές της εποχής τους, και το thrash κίνημα που διήγε μέρες δόξας. Η από δίσκο σε δίσκο σταδιακή τους απομάκρυνση από το χώρο του thrash και η υιοθέτηση καινούργιων δρόμων ήταν μια επιτυχημένη διαδικασία που κορυφώθηκε στο κύκνειο άσμα τους, Electric Scum.

Το grunge, το gothic, το industrial διασταυρώνονταν με τα σκληρά metal riffs, τις ακουστικές κιθάρες και μια ανάμνηση του thrash παρελθόντος τους. Τραγούδια ως επί το πλείστον μικρά σε διάρκεια που που αντλούσαν την αμεσότητά τους από τη ορμή του grunge και τις διδαχές των Alice in Chains δεν έχασαν διόλου τον προοδευτικό τους χαρακτήρα. Επιπροσθέτως οι επιρροές από Faith no More (Teenage Temples) εμπλουτίζουν το τελικό αποτέλεσμα το οποίο είναι απολύτως ταιριαστό με τη ξεχωριστή φωνή του Jan Lubitzki που σκιαγραφεί τη διαμορφούμενη κοινωνική πραγματικότητα των καιρών του.

Στο Electric Scum, το grunge που αναζωογονεί το metal είναι ακόμα μια απόδειξη του πόσο ωφελημένο υπήρξε το τελευταίο από τη συνάντησή του με ήχους που κάποτε είχαν δαιμονοποιηθεί…

Χρήστος Μήνος

Επιλεγμένη δισκογραφία: Lying in Wait (1993), Symbols for the Blue Times (1994), Electric Scum (1996)

 

Floater

Λίγο νότια του Seattle, στο Portland του Oregon, σχηματίστηκαν το 1993 οι Floater που είναι αδιαλείπτως ενεργοί μέχρι σήμερα. Οι δύο βασικοί λόγοι για τους οποίους συμπεριλαμβάνονται σε αυτό το αφιέρωμα είναι βέβαια τα δύο πρώτα (και καλύτερα) albums τους. Το ντεμπούτο τους, Sink (1993), είναι βουτηγμένο στο grunge, έχοντας παραπομπές τόσο στους Soundgarden και Alice In Chains, όσο και σε εκφραστές της ίδιας μουσικής τομής που επιχείρησαν οι Floater (π.χ. Depressive Age). Το άκρως μινόρε groove της μπάντας σε συνδυασμό με τα κοφτά riffs και την επιθετική διάθεση προσομοιάζουν τη μουσική των Floater με αυτό που εισήγαγαν οι System of a Down επτά χρόνια αργότερα. Η προφητικότητά τους όμως δε σταματά εκεί. Στο άκρως μυστηριακό Glyph (1995) η άρρωστη grunge θελκτικότητα συμπλέει με αιθέρια ψυχεδελική μελωδικότητα, απρόβλεπτες prog δομές και ρυμθικές μεταπτώσεις που σε πολλά σημεία παραπέμπουν στους κατοπινούς Tool.

Οι Floater ποτέ δεν κατάφεραν να αποκτήσουν την αναγνώριση που αναμφισβήτητα άξιζε η μοναδικότητα της μουσικής τους. Όσοι (λίγοι) δέθηκαν με τη μουσική τους θα εξακολουθούν να απορούν πώς ήταν δυνατόν να είναι μόνο τρία άτομα (Robert Wynia – μπάσο, φωνητικά, πλήκτρα, David Amador – κιθάρα, Peter Cornett – ντραμς, κιθάρα, φωνητικά) και να θεωρούν το Glyph ως ένα από τα καλύτερα κρυμμένα μυστικά των 90s.  

Δημήτρης Καλτσάς

Επιλεγμένη δισκογραφία: Sink (1994), Glyph (1995)

 

Cherub

Η πιο περίεργη και πιθανότατα η λιγότερο γνωστή περίπτωση σχήματος εδώ είναι οι Cherub, που υπήρξαν οι μοναδικοί γνήσιοι αντιπρόσωποι του συγκεκριμένου ήχου στην μεταλοκρατούμενη Γερμανία των 90s. Σχηματίστηκαν το 1994 και τον ίδιο χρόνο κυκλοφόρησε το ντεμπούτο τους από την Massacre Records, που έμελε να είναι και το κύκνειο άσμα για το σχήμα, ενώ μετά από αυτό τα ίχνη τους χάθηκαν και παραμένουν μέχρι σήμερα ένα μυστηριώδες συγκρότημα. Για την ακρίβεια, ένα συγκρότημα που τόλμησε να μην ακολουθήσει το ισχυρό ρεύμα του progressive metal τη εποχής, αλλά επέλεξε έναν πολύ πρωτότυπο μονοπάτι. Το Sarc Art (1994) είναι περισσότερο grunge παρά metal, ενώ το progressive στοιχείο δεν προκύπτει τόσο εκτελεστικά, όσο δομικά. Τα διπλά φωνητικά παραπέμπουν (μοιραία) στους Alice In Chains, ενώ η βαρύτητα της κιθάρας προσδίδει την απαραίτητη εκρηκτικότητα στις συνθέσεις τους. Ο μοναδικός τους δίσκος είναι εντυπωσιακά ομοιογενής, χωλαίνοντας ωστόσο στην επίπεδη και ξερή παραγωγή, τα αδύναμα φωνητικά και τις συνθετικές αδυναμίες. Παρόλα αυτά, οι Cherub αποτελούν  μέχρι σήμερα μία μοναδική περίπτωση στο γερμανικό prog metal, προτάσοντας το rock στο metal σε κομμάτια όπως τα Bestial Inner Being και Resignation Maintain? που θα ακούγονται πάντα ως αισθητικά επιτεύγματα μιας μπάντας που δεν πρόλαβε ποτέ να ωριμάσει.

Δημήτρης Καλτσάς

Δισκογραφία: Sarc Art (1994)

 

Kyyria

Πίσω στα μέσα των 90s, παράλληλα με την μετάλλαξη του metal, η νεολαία ζούσε το δικό της «trainspotting». Grunge, techno και ναρκωτικά καθόρισαν τον ήχο της εποχής και επηρέασαν τους πάντες. Ακόμα και στην αφιλόξενη (για τα έτερα παρακλάδια του rock πλην metal) Φινλανδία, η ξεχασμένη περιπτωσάρα των Φινλανδών Kyyria πλέον αναφέρεται ως η πρώην μπάντα των Santeri Kallio, Niclas Etelävuori (keyboards, μπάσο αντίστοιχα στους Amorphis) και Mika Karppinen (drums στους HΙΜ). Παρά την προσωπική επιτυχία και καριέρα, προσωπικά εκτιμώ ότι κανείς εκ των συμμετεχόντων δεν περιλήφθηκε στα credits δίσκου καλύτερου από το Blessed Ravings (1994) μέχρι σήμερα. Με τα πλήκτρα να διαφοροποιούν εκστατικά τον ήχο που υιοθετούν στις κιθάρες και τα φωνητικά (μια περίεργη μίξη Queensrÿche, Alice in Chains, Faith No More), οι Kyyria μπορεί να μην ασχολήθηκαν σχολαστικά με καίριες λεπτομέρειες που επηρεάζουν την εμπορική επιτυχία μιας κυκλοφορίας (μέτρια παραγωγή, άσχημο εξώφυλλο), όμως καλλιτεχνικά δημιούργησαν ένα αλλόκοτο δημιούργημα για την εποχή του. Φευγάτα φωνητικά, ρυθμικές, σχεδόν χορευτικές αλληλουχίες κολλητά με funk περάσματα, αδιαμφισβήτητη τεχνική στο rhythm section και κυρίως η ακαθόριστη δομή του ως σύνολο, χαρακτηρίζουν έντονα ένα ακόμα ξεχασμένο μνημείο των 90s. Παρά το καταπληκτικό ντεμπούτο τους, η μπάντα έδειξε τρομερή αδυναμία στα χαπάκια ecstasy και μοιραία πριν καν κλείσει η δεκαετία, κατέληξε.

Αλέξανδρος Τοπιντζής

Δισκογραφία: Blessed Ravings (1994), Alien (1997), Inner Wellness (1998)

 

Haji’s Kitchen

Μπορεί το Lewisville να πέφτει αρκετά μακριά από το Seattle, αλλά οι Τεξανοί Haji’s Kitchen αποτέλεσαν μία ξεχωριστή περίπτωση prog metal μπάντας, όχι μόνο για τον τόπο καταγωγής τους, αλλά και γενικότερα. Σχηματίστηκαν το 1992 και το ομώνυμο ντεμπούτο τους κυκλοφόρησε τρία χρόνια μετά από τη θρυλική Shrapnel Records. Οι grunge επιρροές ξεκινούν από το εξώφυλλο και επιβεβαιώνονται στα βρώμικα κιθαριστικά παιξίματα, τις «άρρωστες» φωνητικές μελωδίες και τη φωνή του Eddie Ellis που παραπέμπει κυρίως στον Staley (και λιγότερο στον συντοπίτη τους Anselmo). Οι δέκα άψογες συνθέσεις αποτελούν μία απολαυστική μίξη grunge και groove metal (Pantera κοπής) σε prog metal πλαίσια εκτελεστικής τελειότητας, με riffs, solos (οι Head και Stine είναι εκπληκτικό κιθαριστικό δίδυμο), εκρηκτικό rhythm section και μελωδίες που προκαλούν εντύπωση σε οποιονδήποτε τους αγνοούσε μέχρι πρότινος. Η μη αναγνώριση τους οδήγησε σε απραξία, πριν την επανεμφάνιση μερικών μελών με τους αγαπημένους Eniac Requiem (Space Eternal Void, 1998), ενώ το 2001 επέστρεψαν με το καλό αλλά υποδεέστερο Sucker Punch (2001) και το 2012 με όλα τα παλιά μέλη συν τον Daniel Tomkins (φωνητικά, TesseracT) στο ακόμα πιο τεχνικό και ελπιδοφόρο Twenty Twelve.

Η μαγεία του ντεμπούτου των Haji’s Kitchen δεν φθείρεται από τον χρόνο και αποτελεί μια άμεση απόδειξη πως συχνά τα prog διαμάντια βρίσκονται θαμμένα βαθιά, ανεξάρτητα εποχής.     

Δημήτρης Καλτσάς

Επιλεγμένη δισκογραφία: Haji’s Kitchen (1995), Sucker Punch (2001)

 

Mindfeed

Οι Mindfeed ήταν ένα συγκρότημα από τη Αγγλία που δημιουργήθηκαν από τον τραγουδιστή Glynn Morgan (Threshold) το 1996. Το ντεμπούτο τους Perfect Life Perfect Life κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά. Ο δίσκος βρίθει από εκπληκτικά riffs και σε κάθε τραγούδι η φωνή του Morgan είναι το σημείο αναφοράς. Το αγαπημένο μου κομμάτι από αυτό το album είναι το Mother με τις εξαιρετικές του κιθαριστικές αρμονίες, την σκοτεινή του ατμόσφαιρα και στίχους επηρεασμένους από τους Alice in Chains. Ακόμα και ο Morgan ακούγεται σαν τον Staley σε σημεία. Μόλις έντεκα μήνες αργότερα κυκλοφόρησαν τον δεύτερο δίσκο τους δίσκο, το βαρύτερο και ακόμα πιο σκοτεινό Ten Miles High που είναι ακόμα καλύτερο από το ντεμπούτο τους. Το μουσικό επίπεδο εδώ είναι άλλης κλάσης, η φωνή του Morgan είναι στα καλύτερά της και συνολικά το αποτέλεσμα ακούγεται πιο ώριμο, ενώ οι στίχοι είναι εμπνευσμένοι και με σημαντικά νοήματα. Μετά από μια σύντομη περιοδεία με τους Skyclad και τους Symphony X άρχισαν να δουλεύουν πάνω στον τρίτο τους δίσκο αλλά διέλυσαν εν μέσω της διαδικασίας. Οι Mindfeed δεν έγιναν ποτέ ιδιαίτερα δημοφιλείς στους metal κύκλους αλλά παραμένουν από τους πρώτους που συνδύασαν το prog metal με το grunge, στρώνοντας το δρόμο για πολλούς άλλους.

Goran Petrić

Δισκογραφία: Perfect Life? (1997), Ten Miles High (1998)

 

Engine

Ουδέποτε οι Engine απασχόλησαν σοβαρά το ευρύ metal και εναλλακτικό κοινό. Παρόλα αυτά, οι δύο δίσκοι που κυκλοφόρησαν δεν άφησαν παντελώς αδιάφορους τους υποστηρικτές, κυρίως των Fates Warning. Τα Engine (1999) και Superholic (2002) ασπάστηκαν τόσο οι φίλα διακείμενοι στον προοδευτικό ήχο ακροατές όσο και ακροατές με κατεξοχήν straightforward ακούσματα. Το περιεχόμενο αποτελεί προϊόν ανάμειξης ενός γκρουβάτου grungy nu metal αμαλγάματος ριζικά διαφορετικού απ’ ό,τι οι Fates Warning ή οι Agent Steel του κιθαρίστα Bernie Versailles προσέφεραν με τις μπάντες τους. Να σημειωθεί ότι ο σημαίνων μπασίστας των Armored Saint / Fates Warning Joey Vera αλλά και ο Pete Parada, drummer με punk rock παρελθόν, παράσχουν το απαραίτητο  στακάτο / groovy παίξιμο υποστηρίζοντας τα μάλα τα κοφτά riffs του Versailles. Μεταξύ των δύο δίσκων υφίσταται μία κοινότητα ύφους και είδους, μόνο που ποιοτικά το ντεμπούτο ομότιτλο θεωρείται ελαφρώς έως και αρκετά πιο αδύναμο από το πολύ καλό Superholic. H μπάντα διαχειρίζεται με χαλαρότητα την progressive αύρα των Alder / Vera, παρέχοντας κυρίαρχο ρόλο στα κοφτά riffs του Versailles τα οποία παραπέμπουν στις εναλλακτικές αλλά και μοντέρνες metal εκφάνσεις της τότε περιόδου. Έτσι, η μπάντα αναδεικνύει έναν εύληπτο συνθετικό οίστρο υπό τη σκιά του grunge / alternative metal, το οποίο, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν νοσταλγήθηκε και ιδιαίτερα.

Θωμάς Σαρακίντσης

Δισκογραφία: Engine (1999), Superholic (2002)