Το progressive rock στα 80s (μέρος 3ο)

από τον Πάρη Γραβουνιώτη

Μετάφραση: Αλέξανδρος Μαντάς 

Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος για το progressive rock στην δεκαετία του ’80 (κλικ) είχαμε επικεντρωθεί στα έργα των καταξιωμένων 70s σχημάτων και στο δεύτερο στο underground prog (κλικ). Το τρίτο μέρος είναι πολύ πιο επικεντρωμένο…


RΙΟ / Avant-prog

Από την μία το οξύ χιούμορ και το καλλιτεχνικό στίγμα του τεράστιου Frank Zappa και από την άλλη η ιδεολογία του rock-in-opposition (RIO) που εμπότισε πολλά σχήματα με την φιλοσοφία της καλλιτεχνικής έκφρασης που δεν υπαγορεύεται από μόδες, τάσεις και επιταγές δισκογραφικών εταιριών, οδήγησε το avant-prog να είναι το πλέον αναλλοίωτο prog παρακλάδι στα 80s και να βγει νικητής μέσω πολλών εξαιρετικών μουσικών έργων.

Το γενεαλογικό δέντρο των κύριων Βρετανών εκπροσώπων του RIO, των σπουδαίων Henry Cow, μας παρέδωσε νέα σχήματα και προσωπικές καριέρες για τις οποίες και θα μιλήσουμε ευθύς αμέσως. Πρώτοι και σημαντικότεροι οι Art Bears των Fred Frith και Chris Cutler, οι οποίοι μετά από δύο εξαιρετικά albums, τo 1981 μας παρέδωσαν το τρίτο και τελευταίο τους LP The World As It Is Today. Με τους τίτλους να μαρτυρούν μια ευθεία επίθεση στο καπιταλιστικό σύστημα (ενδεικτικά The Song Of Investment Capital Overseas, The Song Of The Monopolists, Freedom, Democracy), εδώ ο ακροατής θα συναντήσει πειραματική, σκοτεινή, avant-garde μουσική με έντονα jazz στοιχεία και ασυμβίβαστο χαρακτήρα.

Άλλο ένα σχήμα που προήλθε από τις δημιουργικές ορέξεις των Lindsay Cooper (Henry Cow), Chris Cutler (Henry Cow, Art Bears), Dagmar Krause (Art Bears) και Zeena Parkins υπήρξαν και οι News From Babel. Όντας ουσιαστικά studio project και όχι “κανονική” μπάντα, κυκλοφόρησαν δύο ρηξικέλευθους δίσκους γεμάτους με ασύμμετρο, πειραματικό avant-prog και υλικό σχετικά πιο προσβάσιμο από εκείνο των Art Bears, λόγω κάποιων μελωδικών περασμάτων. Άξια αναφοράς η συμμετοχή του πολύ Robert Wyatt στο δεύτερο album τους Letters Home. Σε πιο underground πλαίσια, ακόμα ένα side project ονόματι Cassiber προήλθε από την συνεργασία του Chris Cutler με τον σαξοφωνίστα Alfred Harth και δύο Γερμανούς μουσικούς: τον Heiner Goebbels στο βιολί και στο πιάνο και τον κιθαρίστα Christoph Anders. Κυκλοφόρησαν συνολικά τέσσερις δίσκους ακραίας και απαιτητικής μουσικής, δύσκολης ακόμη και για τους πιο μυημένους ακροατές. Εδώ αξίζει να αναφέρουμε ότι συνεργασία των Chris Cutler και Tim Hodgkinson υπήρξε και εκτός Henry Cow. Ο λόγος για το ντεμπούτο των The Work, το οποίο για να είμαι ειλικρινής μετά δυσκολίας ακούγεται.

Μπορεί οι This Heat να μην είχαν στις τάξεις τους κάποιο μέλος των Henry Cow, ωστόσο έτυχαν της θερμής στήριξής τους στο ξεκίνημά τους. Το πειραματικό trio αποτελούμενο από τον drummer των Quiet Sun, Charles Hayward (κιθάρα, μπάσο, πλήκτρα, φωνητικά), τον Charles Bullen (κλαρινέτο, κιθάρα, drums, φωνητικά) και τον Gareth Williams (πλήκτρα, μπάσο, φωνητικά), μετά από ένα εξαιρετικό ντεμπούτο τελειοποίησαν όλα τα επιμέρους στοιχεία του και κυκλοφόρησαν το Deceit, ένα από τα καλύτερα avant-prog albums της δεκαετίας. Τα King Crimson και Henry Cow στοιχεία μπλέκονται μοναδικά με την σκοτεινή ατμόσφαιρα και τον ακραίο πειραματισμό, ενώ το έντονο προσωπικό στοιχείο αποτέλεσε τον κύριο λόγο στο να χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης και στους prog και στους punk κύκλους. Μετά την διάλυση των This Heat, o Charles Hayward προχώρησε στην δημιουργία των The Camberwell Now μαζί με τους Trefor Goronwy και Stephe Rickard, οι οποίοι κυκλοφόρησαν το The Ghost Trade όπου θα λέγαμε πως οι δόσεις avant-prog και post-punk είναι ισόποσες. Πολύ ιδιαίτερη περίπτωση δίσκου.

Στο σκέλος των προσωπικών κυκλοφοριών υπήρξε έντονη δισκογραφική κινητικότητα. Η σπουδαία μουσικός Lindsay Cooper (όμποε, φαγκότο) με ένα πλουσιότατο βιογραφικό που δεν είναι δυνατόν να χωρέσει στο παρόν αφιέρωμα, κυκλοφόρησε τέσσερις δίσκους στα 80s παρόμοιας αισθητικής, από τους οποίους ξεχωρίζει το ντεμπούτο της Rags. Με τους ομόσταβλούς της από τους Henry Cow να την συνοδεύουν, το αποτέλεσμα θυμίζει έντονα τις πιο πειραματικές στιγμές τους. Ένα ξεχωριστό αφιέρωμα θα ήταν μονάχα ικανό να καταγράψει την πορεία του Fred Frith, προηγουμένως απλώς έγινε αναφορά σε όλα τα side project του. Ως solo καλλιτέχνης στην δεκαετία του ‘80 κυκλοφόρησε ούτε λίγο ούτε πολύ οκτώ studio δίσκους. Παρόλο που οι περισσότεροι κινούνται σε αρκετά υψηλό επίπεδο, το Gravity του 1980 στέκεται στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου. Έχοντας ένα ονειρικό line-up αποτελούμενο στην πρώτη πλευρά από τους Samla Mammas Manna, στην δεύτερη από τους Muffins συν τον Marc Hollander των Aksak Maboul και άλλους 9 guest μουσικούς, το αποτέλεσμα ηχεί οξύ, πειραματικό και έντονα καλλιτεχνικό. Ένα πολύ δύσκολο έργο που μπορεί να εκτιμηθεί στο μέγιστο μετά από αλλεπάλληλες ακροάσεις.

Κλείνοντας την αναφορά μας στα projects που είναι σχετικά με μέλη των Henry Cow, οι Massacre προέκυψαν  μετά το σύντομο πέρασμα του Fred Frith από την Νέα Υόρκη και μαζί με τον Bill Laswell των Material και τον Fred Maher ηχογράφησαν το Killing Time. Ένα album επηρεασμένο τόσο από το no wave παρελθόν του Laswell όσο και από τo avant-garde ιστορικό του Frith. Η δεύτερη περίπτωση δεν είναι άλλη από το The Last Nightingale, ένα album διάρκειας 15 λεπτών που ηχογραφήθηκε από τρία μέλη των Henry Cow (Chris Cutler, Tim Hodgkinson, Lindsay Cooper), τον σπουδαίο Robert Wyatt, τον Bill Gilonis μαζί με τους Fred Frith, John Greaves και Adrian Mitchell ως guests. Πέραν του εξαιρετικού υλικού που συνδυάζει μοναδικά το avant-garde και τον jazz ήχο του Canterbury, κυρίως αξίζει αναφορά για τον σκοπό της ηχογράφησης, που δεν ήταν άλλος από το να μαζέψουν χρήματα ώστε να υποστηρίξουν την απεργία των Βρετανών ανθρακωρύχων την διετία 1984-85. Αν μη τι άλλο εξαιρετικοί άνθρωποι πέραν από μουσικοί.

Μία από τις πιο ιδιαίτερες και σπάνιες καλλιτεχνικές περιπτώσεις ανεξαρτήτως είδους υπήρξαν οι Βρετανοί Cardiacs. Ιδρυμένοι το 1977, ξεκίνησαν να κυκλοφορούν τις πρώτες τους δουλειές μέσω self-released κασετών. Αν και τα The Obvious Identity (ως Cardiac Arrest), Toy World και The Seaside (μόλις πέρσι επανακυκλοφόρησε σε βινύλιο και cd) χαρακτηρίζονται από πολύ κακό ήχο και από μια πιο sophisticated punk ατμόσφαιρα, περιέχουν μερικές σκόρπιες ιδέες και τα σπάργανα του χαρακτηριστικού τους στυλ που καθιερώθηκε στα επόμενα έργα τους. Λαμβάνοντας αυτά ως δεδομένα, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι η επαφή του ανυποψίαστου ακροατή με το A Little Man And A House And The Whole World Window του 1988 θα ήταν μια αποκάλυψη. Alternative rock, indie, avant-garde αισθητική, αναπάντεχες αλλαγές, απίστευτη ποικιλία (βιολί, σαξόφωνο, τρομπέτα, τρομπόνι, κλαρινέτο, φλάουτο μεταξύ άλλων), ουσιώδη πλήκτρα, τρομερές ερμηνείες από τον Tim Smith και πάνω απ’ όλα έντονη προσωπικότητα χαρακτηρίζουν αυτόν τον αριστουργηματικό δίσκο. Έχοντας βρει το στυλ που τους ταιριάζει, ένα μόλις χρόνο αργότερα κυκλοφόρησαν δεύτερο σερί εξαιρετικό δίσκο. Το On Land And In The Sea αν και περισσότερο rock-oriented και χωρίς τις guest συμμετοχές του προηγούμενου album τους, παραμένει στο ίδιο ύφος οδηγώντας τους στην σύνθεση κορυφαίων στιγμών όπως τα Buds And Spawn και The Everso Closely Guarded Line. Οι Cardiacs συνέχισαν και μετά τα 80s κυκλοφορώντας έναν ακόμη άριστο δίσκο (Sing To God -1996).

Μία από τις σπουδαιότερες μπάντες του RIO, οι Βέλγοι Univers Zero, βρέθηκαν στο δημιουργικό τους απόγειο στα 80s κυκλοφορώντας τρεις αψεγάδιαστους δίσκους. Μεταξύ των Ceux Du Dehors, Heatwave και Uzed ξεχωρίζει το τελευταίο όντας και το πιο ισορροπημένο μεταξύ μελωδίας και πειραματισμού, διεκδικώντας μάλιστα και τον τίτλο του κορυφαίου τους album. Τι μπορεί να πει κανείς για την αισθητική, την τεχνική, την μετα-αποκαλυπτική ατμόσφαιρα, το σκοτεινό περιβάλλον τους,  το καλλιτεχνικό τους επίπεδο ή τον μοναδικό τρόπο που εισάγουν τα King Crimson στοιχεία στο αφηρημένο -με την καλή έννοια- avant-garde περιβάλλον τους; Αρκεί να ακούσεις το εναρκτήριο Présage ή το επικό Emmanations για να πειστείς για το αυτονόητο: ότι το Uzed είναι από τα πιο ολοκληρωμένα και αδιαπραγμάτευτα αριστουργήματα της prog σκηνής των 80s. Για να μην αδικήσουμε πάντως και τα άλλα δύο albums τους, να πούμε ότι είναι επίσης εξαιρετικά και κρίνονται απαραίτητα για τους οπαδούς του είδους.

Βέλγιο όμως δεν ήταν μόνο οι Univers Zero, γι’ αυτό αξίζει να πούμε μερικές κουβέντες και για δύο ακόμη ιδιαίτερες περιπτώσεις συγκροτημάτων. Οι Aksak Maboul με το ντεμπούτο τους Onze Danses Pour Combattre La Migraine του 1977 είχαν κάνει αίσθηση με την εντελώς πειραματική τους κατεύθυνση και με τον πολύ δύστροπο χαρακτήρα τους που δυσκόλευε ακόμη και τα πιο παιδευμένα αυτιά. Ο δεύτερος και τελευταίος τους δίσκος Un Peu De L’Ame Des Bandits που κυκλοφόρησε στην αυγή των 80s περιέχει ελαφρώς πιο προσβάσιμο υλικό, στον βαθμό βέβαια που είναι εφικτό για μια τόσο ιδιαίτερη περίπτωση μπάντας, με τα μελωδικά περάσματα να εναλλάσσονται με στρυφνούς ρυθμούς και ηχοτοπία, σε ένα album που δυσκολεύει και συνάμα ανταμείβει. Στην αντίπερα όχθη, οι Present ξεκίνησαν την πορεία τους ως side project των Univers Zero. Πιο συγκεκριμένα ο κιθαρίστας των δύο πρώτων δίσκων των Βέλγων θρύλων Roger Trigaux μετά την απομάκρυνσή του μαζί με την βοήθεια του ηγέτη και σταθερού μέχρι και σήμερα drummer τους Daniel Denis και των Ferdinand Philippot και Alain Rochette σε μπάσο και πλήκτρα / πιάνο αντίστοιχα, προχώρησαν στην δημιουργία των Present. Το ντεμπούτο τους Triskaidekaphobie περιέχει ανατρεπτικό, ρηξικέλευθο και σκοτεινό instrumental avant-prog, αρκετά πιο επιθετικό από το υλικό των UZ και φυσικά έντονα πειραματικό και πλούσιο σε εναλλαγές ρυθμών και μελωδιών. Το 1985 κυκλοφόρησε το τελευταίο τους album στα 80s πριν επαναδραστηριοποιηθούν 8 χρόνια αργότερα. Το Le Poison Qui Rend Fou παραμένει στα ίδια ηχητικά χνάρια του προκατόχου του, με μια ελαφρώς πιο ενιαία και συγκροτημένη δομή. Φυσικά προτείνεται ανεπιφύλακτα και αυτό σε κάθε φίλο του RIO.

Η σημαντικότερη σουηδική μπάντα του avant-prog και μία από τις κορυφαίες γενικά ήταν αναμφίβολα οι Samla Mammas Manna. Από την διάσπασή τους το 1976 έπειτα από τέσσερις εξαιρετικότατους δίσκους, προέκυψαν 2 σημαντικά side projects. Οι Zamla Mammaz Manna κυκλοφόρησαν δύο δίσκους το 1978 και το 1980 είδε το φως της δημοσιότητας το τρίτο και μακράν κορυφαίο τους album Familjesprickor (αγγλιστί Family Cracks). Με ένα line-up αποτελούμενο από τους παλιούς Lars Hollmer και Lars Krantz σε πλήκτρα / ακορντεόν / φωνητικά και μπάσο/φωνητικά αντίστοιχα και τον κιθαρίστα Eino Haapala και τον drummer Vilgot Hansson να συμπληρώνουν την σύνθεση, οι ZMM εδώ αποδίδουν έντονο σε συναισθήματα RΙΟ με άφθονα Zappa και fusion στοιχεία, θεότρελα φωνητικά και μια προφανή χιουμοριστική διάθεση.

Μετά την διάλυσή τους προέκυψε ένα νέο σχήμα ονόματι Von Zamla, καθοδηγούμενο από τους προαναφερθέντες Lars Hollmer και Eino Haapala, συν τους νέους Jan Garret σε μπάσο / κιθάρα / κρουστά και Denis Brely σε σαξόφωνο/φλάουτο/όμποε / bassoon. Η πρώτη τους δουλειά Zamlaranamma δεν απέχει πολύ από το στυλ του γενεαλογικού δέντρου των SMM, ωστόσο ξεχωρίζει για την θεατρικότητα και την ποικιλία του. Ο δεύτερος, με τίτλο No Make Up!, παρότι καλός δεν έφτασε τα ίδια επίπεδα έμπνευσης του προκατόχου του. Άξια αναφοράς και η solo καριέρα του Lars Hollmer η οποία στα 80s περιελάμβανε πέντε δίσκους, όπου μάλιστα όλα τα όργανα είναι παιγμένα από τον ίδιο! Παρόλο που κανένας δεν πλησιάζει τα Familjesprickor και Zamlaranamma, προτείνονται (κυρίως το Vendeltid) για όποιον επιθυμεί να ακούσει οτιδήποτε έχει σχέση με τους Samla Mammas Manna.

Ολοκληρώνοντας την σκανδιναβική σκηνή, αξίζει να αναφέρουμε την περίπτωση των Σουηδών Kultivator. Έχοντας κατά νου ότι το Barndomens Stigar του 1981 είναι το μοναδικό album που κυκλοφόρησαν, είναι πραγματικά απίστευτο το ότι κατάφεραν να ταιριάξουν τόσα ετερόκλητα στοιχεία με επιτυχία. Μπασογραμμές βγαλμένες από τις καλύτερες στιγμές των Magma, jazz επιρροές, εμφανή folk στοιχεία, επιθετική διάθεση, avant-garde φιλοσοφία και υψηλότατο τεχνικό επίπεδο χαρακτηρίζουν αυτόν τον φοβερό δίσκο που με τίποτα δεν αξίζει να μένει στην αφάνεια.

Πηγαίνοντας στην -όχι ιδιαίτερα παραγωγική στα 80s- Νορβηγία, αίσθηση δημιούργησαν οι When, η προσωπική μπάντα του multi-instrumentalist Lars Pedersen. Από τους δύο πρώτους τους δίσκους που βγήκαν στην δεκαετία που μας ενδιαφέρει, ξεχωρίζει εύκολα το Death In The Blue Lake του 1988. Επηρεασμένο από τη νουβέλα De Dodes Tjern του Andre Bjerke, το εν λόγω LP είναι από τα πιο αφηγηματικά και βιωματικά ακούσματα όχι μόνο της εν λόγω δεκαετίας αλλά και γενικά. Ειδικά στην ομώνυμη σύνθεση που καλύπτει ολόκληρη την πρώτη πλευρά, πειραματικά και σκοτεινά ηχοτοπία ντύνονται από πολλαπλά εφέ (ήχοι από πουλιά, ρολόγια, πόρτες κλπ) σε ένα ιδιαίτερα θεατρικό περιβάλλον, πραγματικά πολύ ιδιαίτερη περίπτωση δίσκου.

Στην υπόλοιπη Ευρώπη μπορεί να μην υπήρχε έντονη δισκογραφική κινητικότητα, ωστόσο εμφανίστηκαν μερικά σχήματα που είναι τουλάχιστον άξια αναφοράς. Αρχής γενομένης με την Γαλλία, η οποία εκπροσωπήθηκε κυρίως μέσω του Zeuhl κινήματος για το οποίο θα μιλήσουμε εκτενώς παρακάτω. Παρόλα αυτά οι Art Zoyd είναι η κλασσικότερη  περίπτωση avant μπάντας που δεν χαρακτηρίστηκε ποτέ από το εν λόγω prog υποείδος, παρόλες τις μουσικές ομοιότητες με τους σπουδαίους Magma. Η πορεία τους στα 80s κατέγραψε επτά studio δίσκους, όλοι τουλάχιστον πολύ καλοί. Το στυλ τους είναι φανερά επηρεασμένο από την μοντέρνα κλασσική μουσική (Stravinsky η χαρακτηριστικότερη αναφορά) και από τις πιο πειραματικές στιγμές των King Crimson θυμίζοντας αρκετές φορές τις δουλειές των Univers Zero, ωστόσο η παντελής απουσία drums σε όλα τους τα έργα και η εντελώς στρυφνή τους προσέγγιση λόγω της πειραματικής χρήσης κυρίως των εγχόρδων αλλά και των πνευστών, καθιστούν ως πρόκληση την ακρόαση οποιουδήποτε δίσκου τους. Έχοντας κατά νου ότι ελάχιστα διαφέρουν υφολογικά μεταξύ τους, ξεχωρίζουν τα Generation Sans Futur, Le Mariage Du Ciel Et De LEnfer και Berlin.

Παραμένοντας σε Art Zoyd-related μονοπάτια, εξαιρετική περίπτωση αποτελεί ο ένας και μοναδικός προσωπικός δίσκος του Alain Eckert, του κιθαρίστα των τεσσάρων πρώτων δίσκων των Γάλλων πρωτοπόρων. Ηχογραφημένο στο Βέλγιο, το Alain Eckert Quartet ισορροπεί μοναδικά μεταξύ avant-prog και jazz rock εντυπωσιάζοντας με την άρτια τεχνική του και το πύρινο jam-άρισμα των μελών του. Άλλη μία περίπτωση γαλλικής μπάντας που ξεχώρισε υπήρξαν οι Etron Fou Leloublan. Και οι τρεις δίσκοι που κυκλοφόρησαν στα 80s ομοιάζουν πολύ στο στυλ και χαρακτηρίζονται από έντονη πειραματικότητα, αφηγηματικά φωνητικά, χιουμοριστική διάθεση και εξαιρετικούς ρυθμούς. Πηγαίνοντας πιο ανατολικά, η πορεία των εκπροσώπων του RΙΟ κινήματος στην Ιταλία, των Stormy Six, ολοκληρώθηκε στα 80s με τους δύο τελευταίους δίσκους που κυκλοφόρησαν, το πολύ καλό Macchina Maccheronica και το μέτριο Al Volo. Το πρώτο μάλιστα με το Zappa-ικό χιούμορ και την πειραματική του προσέγγιση συγκαταλέγεται με άνεση στα τρία καλύτερα albums των Ιταλών. Η σκηνή της Ελβετίας δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα παραγωγική, ωστόσο στα 80s μπορεί να καυχιέται για τους Debile Menthol και το ντεμπούτο τους Emile Au Jardin Patrologique. Ένα από τα καλύτερα δείγματα μίξης avant-prog μουσικής με Canterbury στοιχεία να αποτελεί ο δεύτερος δίσκος των Ιταλών Picchio Dal Pozzo. Με έναν ήχο πιο απομακρυσμένο από τις Canterbury καταβολές του εξαιρετικού ομώνυμου ντεμπούτου τους και αρκετά επηρεασμένο από τα έργα των Henry Cow και Art Bears, το Abbiamo Tutti I Suoi Problemi ενθουσιάζει με τον πειραματικό του χαρακτήρα και τις πολλές εναλλαγές μέτρων και ρυθμών. Ένα αρκετά απαιτητικό άκουσμα με άριστη τεχνική και φυσικά τον απαραίτητο πειραματισμό που χαρακτηρίζει ολόκληρο το avant prog. Κλείνοντας την ευρωπαϊκή μας περιήγηση, ας περάσουμε μια βόλτα από την τότε Τσεχοσλοβακία. Οι Plastic People Of The Universe υπήρξαν ίσως η μοναδική μπάντα της Ανατολικής Ευρώπης που πλησίασε το καλλιτεχνικό στυλ των Samla Mammas Manna και Henry Cow, ωστόσο η εκτεταμένη χρήση των φωνητικών στην μητρική τους γλώσσα και τα ιδιαίτερα παρανοϊκά στοιχεία που δεν είναι πάντοτε πετυχημένα, δυσκολεύουν πολύ την ακρόασή τους.

Φεύγοντας από την Ευρώπη περνάμε την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού και πηγαίνουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πορεία του μεγάλου Frank Zappa κατέγραψε ούτε λίγο ούτε πολύ 11 studio και 8 live δίσκους, και ενώ περιέχουν όλοι όπως είναι λογικό πολλές δυνατές στιγμές, κανένας δεν μπορεί να συγκριθεί με τα αριστουργήματα του παρελθόντος. Από την άλλη, τα έργα των John Zorn, Captain Beefheart και Residents παρότι πειραματικά και avant-garde, μετά δυσκολίας μπορούν να χαρακτηριστούν progressive. Μία ιδιαίτερη περίπτωση μπάντας υπήρξαν οι Thinking Plague από το Colorado. Από τα τρία albums που κυκλοφόρησαν ξεχωρίζει με διαφορά το τρίτο τους In This Life. Με έναν ήχο που χρωστάει σχεδόν τα πάντα στους Henry Cow και στους Art Bears, οι Αμερικάνοι αποδίδουν άριστα το απαιτητικό υλικό τους που ισορροπεί μοναδικά μεταξύ avant πειραματισμού και jazz μελωδίας. Ιδιαίτερη μνεία στην ταλαντούχα Susanne Lewis που έγραψε στίχους, σχεδίασε το εξώφυλλο, τραγουδάει και παίζει ακορντεόν, βιολί και κιθάρα! Για την ιστορία, σε δύο κομμάτια συμμετέχει και ο πολύς Fred Frith. Πηγαίνοντας πιο νότια και συγκεκριμένα στο Phoenix της Arizona συναντούμε τους Cartoon και το ομώνυμο ντεμπούτο τους. Ολοκληρώνοντας την ακρόαση του δίσκου αυτό που σε κάνει να απορείς είναι πώς είναι δυνατόν ένα τόσο πολύπλοκο και πολυποίκιλο έργο να έχει αποδοθεί από μόλις ένα τρίο (πλήκτρα, κιθάρα/μπάσο, κρουστά)! Κυρίως αυτό αλλά και το επόμενο τους LP Music From Left Field προτείνονται ανεπιφύλακτα.

Στην καναδική σκηνή μπορεί να μην υπήρχε έντονη δραστηριότητα, ωστόσο το καλλιτεχνικό εκτόπισμα των Miriodor φτάνει και περισσεύει, μία από τις ποιοτικότερες μπάντες του avant-prog γενικά με σταθερότατη πορεία και μόνο αξιόλογους δίσκους στο ενεργητικό της. Το ντεμπούτο τους Rencontres είναι δίχως αμφιβολία ένα από τα καλύτερα albums του είδους, με την μεγάλη του διάρκεια (70 λεπτά) να μην κουράζει στο ελάχιστο. Κι αυτό γιατί περιέχει εντυπωσιακές ενορχηστρώσεις και αψεγάδιαστο παίξιμο, ενώ το μεγάλο μουσικό  τους οπλοστάσιο (πλήκτρα, πιάνο, κιθάρα, φλάουτο, σαξόφωνο, βιολί) τους δίνει την δυνατότητα να κινηθούν με άνεση από μεγαλειώδεις μελωδικές στιγμές σε εντελώς πειραματικά μονοπάτια. Την ίδια χρονιά (1986) κυκλοφόρησαν και το δεύτερο ομώνυμό τους LP, με μία σύνθεση αποτελούμενη από δύο λιγότερα μέλη και έναν ήχο πιο επικεντρωμένο στο τρίπτυχο πλήκτρα / σαξόφωνο / βιολί. Αν και πιο πειραματικό και όχι τόσο ποιοτικό όσο το Rencontres, αποτελεί ακόμη μία αξιόλογη δουλειά των Καναδών.

Το Μεξικό μπορεί να καυχιέται ότι διέθετε τις δύο καλύτερες μπάντες του είδους σε ολόκληρη την Λατινική Αμερική. Ο λόγος καταρχάς για τους Banda Elástica και για τον δεύτερο από τους δύο δίσκους που κυκλοφόρησαν στα 80s. Ο ήχος τους είναι βασισμένος κυρίως στα πνευστά (σαξόφωνα, φλάουτο, κλαρινέτο) και το στυλ τους είναι ισόποσα μοιρασμένο μεταξύ jazz / fusion και RΙΟ με τις απαραίτητες ethnic / folk πινελιές να είναι παρούσες. Ένα άκρως ενδιαφέρον album που θα σαγηνεύσει τους λάτρεις του είδους. Η περίπτωση των Nazca ήταν ελαφρώς πιο διαφορετική. Με έναν ήχο βασισμένο περισσότερο στα έγχορδα (βιολί, βιόλα, τσέλο) και αρκετά πιο σκοτεινό και πειραματικό που φέρνει στο νου τους Univers Zero και τους Art Zoyd, κυκλοφόρησαν δύο εντελώς ρηξικέλευθα και απαιτητικά albums (Nazca-1985 και Estacion De Sombra-1986), με το δεύτερο να είναι σχετικά πιο συγκροτημένο και γενικά καλύτερο. Ωστόσο και τα δύο προτείνονται με κλειστά μάτια.

 

Zeuhl

Το καλλιτεχνικό στίγμα των σπουδαίων Magma ήταν τόσο έντονο που αρκούσε ώστε να δημιουργηθεί ένα ακόμη prog παρακλάδι βασισμένο εξ ολοκλήρου στον ήχο τους, δηλαδή σε εκείνη την μοναδική μίξη της μοντέρνας κλασσικής μουσικής με την avant jazz, τους εμβατηριακούς ρυθμούς και το χαρακτηριστικότατο επιβλητικό τους ύφος. Μπορεί το μοναδικό 80s album που ηχογράφησε η παρέα του Christian Vander (Merci – 1984) να δίχασε τους οπαδούς μιας και το πάντρεμα του zeuhl με funk και disco στοιχεία κρίθηκε από πολλούς ενδιαφέρον και από ακόμη περισσότερους  αποτυχημένο, ωστόσο η 70s παρακαταθήκη τους αποτέλεσε εφαλτήριο για μερικές άσημες γαλλικές μπάντες να αφήσουν σπουδαία έργα πίσω τους.

Οι Eskaton ξεκίνησαν στα τέλη των 70s με την κυκλοφορία του single Musique Post Atomique και την ηχογράφηση του 4 Visions, το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1981 σε κασέτα και πολλά χρόνια αργότερα σε βινύλιο και cd. Ο εν λόγω δίσκος πρόκειται περί αποκαλύψεως. Η υπεροπλία στα πλήκτρα (3 synths, 2 Fender piano, 1 organ) και τα διπλά φωνητικά στην γαλλική συμβάλλουν στην δημιουργία μιας θεοσκότεινης -στα όρια του horror- ατμόσφαιρας, το zeuhl meets fusion στυλ τους υπηρετείται άριστα από το ασύλληπτο τεχνικό τους επίπεδο, ενώ μέσα από τις τέσσερις μακροσκελείς συνθέσεις απλώνεται όλο το φάσμα των επιρροών τους, από τους Magma και τους Clearlight μέχρι τους Univers Zero. Ειδική μνεία αξίζει στο απερίγραπτο rhythm section και κυρίως στις μπασογραμμές του Andre Bernardi. Η κυκλοφορία του πρώτου τους επίσημου full length δίσκου (Ardeur – 1980) τους βρήκε με ελαφρώς αλλαγμένο line up μιας και αποχώρησαν ο κιθαρίστας Alain Blesing και ο πληκτράς Eric Guillaume, ενώ συμμετείχε και ο βιολιστής Patrick LeMercier. Οι συνθέσεις μίκρυναν σε διάρκεια και το υλικό τους έγινε ελαφρώς πιο προσβάσιμο, όσο βέβαια είναι εφικτό για το συγκεκριμένο είδος. Ο επόμενος και τελευταίος τους δίσκος (Fiction – 1983) τους βρήκε στα ίδια επίπεδα έμπνευσης, με το ύφος να απομακρύνεται μερικώς από την σκιά των Magma χωρίς αυτό να αφαιρεί κάτι από τον πειραματισμό και το σκοτεινό στοιχείο που πάντα τους χαρακτήριζε.

Από την Nantes της Γαλλίας εμφανίστηκε ένα σχήμα που είναι πραγματικά απορίας άξιο πώς δεν συνέχισε την πορεία του μετά από μία τόσο ποιοτική συστατική επιστολή. Ο λόγος για το σεξτέτο των Dün και τον μοναδικό τους δίσκο Eros. Με ένα concept βασισμένο στο Dune του Frank Herbert, οι Γάλλοι κατάφεραν κάτι μοναδικό. Πάντρεψαν με μαεστρία τις zeuhl ατμόσφαιρες των Magma με το avant-prog στυλ των Art Zoyd, Univers Zero και Frank Zappa, μπολιάζοντάς το με symphonic prog και jazz / fusion στοιχεία. Να μιλήσουμε για την τεχνική αρτιότητα, τον μοναδικό συνδυασμό κιθάρας, πλήκτρων, φλάουτου, βιμπράφωνου, ξυλόφωνου ή για την προκλητική άνεση με την οποία αποδίδουν το τόσο απαιτητικό τους υλικό; Αρκεί κάποιος να πατήσει το play και να δώσει την πρέπουσα σημασία στις τέσσερις μεγαλόπνοες συνθέσεις αυτού του αριστουργηματικού album.

Κοιτώντας την πολύ φτωχή συγκομιδή prog δίσκων την τετραετία 1986-1989 θα καταλάβει κανείς την σημαντικότητα εξαιρετικών έργων σαν το ντεμπούτο των Γάλλων Shub-Niggurath. Αν και σε προδιαθέτει το όνομα της μπάντας (παρμένο από τον Cthulhu μύθο του σπουδαίου H.P. Lovecraft) για το τι θα ακούσεις, το Les Morts Vont Vite εντυπωσιάζει με το εντονότατο σκοτεινό περιεχόμενό του. Μέσω των τεσσάρων κομματιών του δίσκου ξεδιπλώνεται ένα προσωπικό ύφος που ισορροπεί μοναδικά μεταξύ Univers Zero και Magma, ενώ χαρακτηριστικές είναι οι επιθετικές κιθάρες  και ο συνδυασμός γυναικείων φωνητικών, εκκλησιαστικού οργάνου και τρομπονιού που συνεισφέρει καταλυτικά στο τελικό πειραματικότατο αποτέλεσμα. Οι Shub-Nigguarth συνέχισαν δισκογραφικά χωρίς βέβαια κανένα από τα υπόλοιπα τρία albums τους να συγκρίνεται με το ντεμπούτο τους.

Επιμένοντας γαλλικά, συναντούμε τους Eider Stellaire και το ομώνυμο ντεμπούτο τους που κυκλοφόρησε το 1981. Εδώ ίσως έχουμε την πιο χαρακτηριστική περίπτωση zeuhl δίσκου που ελάχιστα φλερτάρει με τον πειραματισμό του avant-prog ήχου ενώ αντιθέτως επενδύει στην μελωδικότητα, τις πολλές εναλλαγές ρυθμών και το βιρτουοζιτέ παίξιμο. Μουσικά πατάνε και με τα δύο πόδια στην δισκογραφία  των late-70s Magma (χαρακτηριστικές οι μπασογραμμές) εμπλουτίζοντας τον ήχο τους με εμφανή fusion στοιχεία. Ένας αψεγάδιαστος δίσκος που με άνεση συγκαταλέγεται στους καλύτερους του zeuhl. Δυστυχώς τα δύο επόμενα albums ήταν κατώτερα των περιστάσεων οδηγώντας τους στην διάλυση.

Για κλείσιμο αξίζει να αναφερθούν τέσσερις ακόμη πιο underground περιπτώσεις, αρχής γεννωμένης με τους Offering. Όντας ουσιαστικά ένα side project του drummer και ηγέτη των Magma Christian Vander, κυκλοφόρησαν  το 1986 το ντεμπούτο τους Part I / Part II, ένα πολύ δύσκολο και απαιτητικό έργο που χαρακτηρίζεται από πλούσιες ενορχηστρώσεις, πειραματισμό και jazz υπόβαθρο. Σε Magma-related πλαίσια, ένα πολύ χαρακτηριστικό δείγμα μίξης zeuhl και fusion αποτελεί το ντεμπούτο του προσωπικού σχήματος του μπασίστα Bernard Paganotti (συμμετείχε στο Üdü Ẁüdü των Magma) ονόματι Paga Group. Με την ραχοκοκαλιά του line-up να απαρτίζεται από τις στάχτες των Weidorje, το εν λόγω LP παρά τον πειραματικό του χαρακτήρα αποτελεί ένα από τα πιο προσιτά albums για να ξεκινήσει κανείς στον συγκεκριμένο ήχο. Μία ακόμη εξαιρετική περίπτωση υπήρξαν οι Noa και το ομώνυμο ντεμπούτο τους του 1980. Τα “απαραίτητα” οπερετικά γυναικεία φωνητικά, η πληθώρα πνευστών οργάνων (δύο soprano σαξόφωνα, alto σαξόφωνο, φλάουτο), το πολυποίκιλο percussion (drums, βιμπράφωνο, ξυλόφωνο) και το κλασσικό zeuhl μπάσο συμβάλλουν στο τελικό αποτέλεσμα που ισορροπεί εξαιρετικά μεταξύ του avant-prog και της free jazz. Τέλος, οι Yog Sothoth υπήρξαν ακόμη ένα παράδειγμα one album wonder μπάντας. Όπως και οι Shub-Niggurath, πήραν και αυτοί το όνομά τους από έναν χαρακτήρα του Cthulhu μύθου του H.P. Lovecraft, ενώ και μουσικά έχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ τους. Ίσως λιγότερο σκοτεινό αλλά πολύ περισσότερο επηρεασμένο από την ελευθεριακού χαρακτήρα jazz, το ομώνυμο ντεμπούτο των Yog Sothoth εντυπωσιάζει με την αφηρημένη του λογική και τον έντονο πειραματισμό του.

Το avant-prog -σε αντίθεση με την πλειοψηφία των προοδευτικών παρακλαδιών- άκμασε στα 80s και μας άφησε δίσκους που θα μνημονεύονται στο απώτερο μέλλον, αλλά κυρίως έθεσε τις βάσεις για την avant-prog σκηνή που σήμερα διανύει τις πιο ένδοξες μέρες της.

Ακολουθεί το 4ο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος…