Το progressive rock στα 80s (μέρος 2ο)

από τον Πάρη Γραβουνιώτη

Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος για το progressive rock στην δεκαετία του ’80 (κλικ) είχαμε επικεντρωθεί στα έργα των καταξιωμένων 70s σχημάτων. Όπως θα παρατήρησε κανείς οι περισσότερες μπάντες, πλην μερικών λαμπρών εξαιρέσεων που επισημάνθηκαν, κινήθηκαν σε ρηχά νερά αλλάζοντας τον ήχο τους με σκοπό να πετύχουν εμπορικά. Για άλλη μια φορά λοιπόν το underground ήταν έτοιμο να “καθαρίσει την παρτίδα” για το prog που περνούσε την πιο δύσκολη φάση της ιστορίας του…

Neo-prog

Δικαιωματικά η αρχή θα γίνει ως οφείλει με το neo-prog, το υποείδος που έκανε ξανά τη μουσική βιομηχανία να στρέψει το βλέμμα της σε εκείνο το περίπλοκο είδος που από το 1977 και μετά το σνόμπαρε επιδεικτικά. Πηγαίνοντας πίσω στις αρχές της δεκαετίας, στην Μεγάλη Βρετανία άρχισε να αχνοφαίνεται ο σχηματισμός μιας σκηνής από συγκροτήματα που επεδίωξαν μια γενναία βουτιά στο symphonic prog των Genesis κυρίως αλλά και των Yes και ELP. Η σημαντικότερη διαφορά που κατέστησε το neo-prog ξεχωριστό παρακλάδι έγκειται στο ότι τα περισσότερα σχήματα δεν επικεντρώθηκαν στην πολυπλοκότητα αλλά στον ρομαντισμό, τη μελαγχολία και τη μελωδικότητα.

Ιστορικά, το πρώτο βρετανικό σχήμα που ηχογράφησε υπήρξαν οι Twelfth Night, με το ντεμπούτο τους Fact And Fiction του 1982 να θεωρείται κλασσικό. Ωστόσο οι συνθέσεις στερούνται έμπνευσης και σε συνδυασμό με το έντονο new wave στοιχείο και την υπερβολικά κακή παραγωγή, έχουμε να κάνουμε με έναν επιεικώς μετριότατο δίσκο. Οι υπόλοιποι τρεις δίσκοι που κυκλοφόρησαν είναι άνευ σχολιασμού και επειδή απέχουν πολύ από το prog αλλά και λόγω περιεχομένου.

Ένα εκ των σημαντικότερων συγκροτημάτων του neo-prog, που καθιερώθηκε κυρίως στα 90s, ντεμπούταρε το 1985 με το The Jewel. Ο λόγος φυσικά για τους Pendragon, οι οποίοι συνέβαλαν τα μέγιστα ώστε ο κόσμος να στραφεί ξανά προς τον προοδευτικό ήχο. Ωστόσο ο δίσκος παρότι περιέχει μερικές εξαιρετικές μελωδίες μέσω του δίπολου guitar/synths και παρότι  έχει τις στιγμές του (Alaska, The Black Knight), υστερεί σημαντικά τόσο συνθετικά όσο και αισθητικά. Το Kowtow που ακολούθησε ήταν απογοητευτικό και έπρεπε να μπει η επόμενη δεκαετία ώστε να πάρουν τα πάνω τους δισκογραφικά. Ίδια περίπτωση αλλά με σαφώς μικρότερο βεληνεκές υπήρξαν  οι Pallas, οι οποίοι με το The Sentinel κατάφεραν να δημιουργήσουν αίσθηση. Δυστυχώς η εμμονή στην cheesy synth ατμόσφαιρα σε συνδυασμό με τις υπερβολικά πομπώδεις ιδέες και την μέτρια παραγωγή ουσιαστικά θάβουν έναν δίσκο που θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερος. Ο επόμενος δίσκος τους The Wedge τους βρήκε με τον Alan Reed στην θέση του τραγουδιστή, με το αποτέλεσμα όμως να κρίνεται κακό. Ακολούθησαν 12 χρόνια ανομβρίας μέχρι το comeback τους το 1998.

Οι IQ χαρακτηρίζονται και δίκαια ως το δεύτερο σημαντικότερο σχήμα του neo-prog, με συνεχή και ποιοτική δισκογραφική παρουσία. Με οδηγό τους Genesis της Gabriel και Hackett εποχής αλλά και τους Yes, κυκλοφόρησαν το 1983 το Tales From The Lush Attic. Εμποτισμένο με το 80s στοιχείο που ήταν γενικά δύσκολο να το αποφύγει κανείς, αλλά με άρτιο παίξιμο και συνθετική ωριμότητα, το ντεμπούτο τους περιείχε εξαιρετικές συνθέσεις όπως τα The Last Human Gateway και The Enemy Smacks. Με περίσσια αυτοπεποίθηση μόλις δύο χρόνια αργότερα κυκλοφόρησαν το The Wake, έναν δίσκο που λογίζεται ως κλασσικός μεταξύ των neo-prog οπαδών. Παρόλο που υφολογικά παραμένουν ακριβώς ίδιοι και συνθετικά δεν έκαναν το παραπάνω βήμα, οι IQ με πιο δεμένο το rhythm section τους και πρωταγωνιστές τους Mike Holmes και Martin Orford έγραψαν πολύ δυνατά κομμάτια όπως τα Outer Limits και Widow’s Peak. Δυστυχώς η φυγή του τραγουδιστή και ηγέτη τους Peter Nicholls τους οδήγησε στην χειρότερη τους περίοδο και την κυκλοφορία δύο πολύ κακών δίσκων. Το λάθος ευτυχώς διορθώθηκε σχετικά σύντομα με την επανένταξή του στο σχήμα με το έμπα της νέας δεκαετίας.

Πολύ λίγες είναι οι περιπτώσεις όπου στα progressive rock υποείδη ο σημαντικότερος εκπρόσωπος τους μέσω του καλλιτεχνικού του μεγέθους καταφέρνει να επισκιάζει ολόκληρο το είδος που υπηρετεί. Πιθανότατα την πιο κλασσική περίπτωση αυτού του φαινομένου αποτελούν οι Marillion, οι οποίοι μέσω των αριστουργηματικών τους δίσκων κατάφεραν να χτίσουν ένα status αξιοζήλευτο για prog μπάντα. Με το όνομά τους παρμένο από το βιβλίο The Silmarillion του J.R.R. Tolkien, οι Marillion ιδρύθηκαν το 1979 στο Aylesbury από τον drummer Mick Pointer και τον κιθαρίστα Steve Rothery. Με το line-up τους να συμπληρώνεται από τον Fish στα φωνητικά, τον Pete Trewavas στο μπάσο και τον Mark Kelly στα πλήκτρα και μετά από την έκδοση του ελπιδοφόρου EP Market Square Heroes (εδώ υπάρχει και το ασύγκριτο Grendel), οι Βρετανοί μπήκαν στο studio για να κυκλοφορήσουν το 1983 το ντεμπούτο τους.

Το Script For A Jester’s Tear αδυνατεί κάποιος να πιστέψει ότι πρόκειται για τον πρώτο δίσκο ενός συγκροτήματος. Κι αυτό γιατί η συναισθηματική του φόρτιση, οι ποιητικοί στίχοι και οι ερμηνείες του Fish, το συγκλονιστικό παίξιμο του Rothery, το αψεγάδιαστο rhythm section, οι μελωδίες του Mark Kelly, και κυρίως οι έξι ανεπανάληπτες συνθέσεις του τον καθιστούν ως έναν από τους κορυφαίους prog rock δίσκους όλων των εποχών. Με οδηγό τους 70s Genesis, τους Pink Floyd και ολόκληρο το βρετανικό progressive rock αλλά και με έναν ολόφρεσκο και γεμάτο προσωπικότητα ήχο, το κουιντέτο μέσω των Script For A Jester’s Tear, He Knows You Know, The Web, Garden Party, Chelsea Monday και Forgotten Sons κατάφερε να γράψει ιστορία. Με τον Ian Mosley να αντικαθιστά τον Mick Pointer στα drums, οι Marillion μόλις έναν χρόνο αργότερα κυκλοφόρησαν ακόμη έναν εξαιρετικό δίσκο και μάλιστα αρκετά διαφορετικό από τον προκάτοχό του. Το Fugazi με τον λιγότερο 70s χαρακτήρα του, το έντονο 80s στοιχείο και την πιο straight κατεύθυνσή του, κατάφερε να ξεχωρίσει για την ποικιλία που περιέχει. Το hard rocking Assasing βρίσκεται δίπλα στο συναισθηματικότατο Jigsaw και το “στοιχειωμένο” She Chameleon, και τα ανεβαστικά Punch & Judy και Emerald Lies συνυπάρχουν με τα prog epics Incubus και Fugazi. Κοινή συνισταμένη σε όλες τις συνθέσεις για άλλη μια φορά το ανεπανάληπτο δίδυμο των Fish/Rothery.  Το 1985 ήταν η χρονιά που έμελλε να τους μάθει το ευρύ κοινό. Το Misplaced Childhood πέραν του ότι αποτελεί το εμπορικό τους breakthrough, υπήρξε και ο πρώτος τους concept δίσκος. Με την αρχική ιδέα να έχει προέλθει από ένα δεκάωρο acid trip του Fish, ο δίσκος πραγματεύεται ιστορίες παιδικών αναμνήσεων, χαμένων ερώτων και ανεκπλήρωτων ονείρων. Είναι από εκείνα τα albums που για να εκτιμήσεις όλη τους την μαγεία απαιτούν να τα ακούσεις ολόκληρα από την αρχή μέχρι το τέλος. Από το μελαγχολικό Pseudo Silk Kimono στα θρυλικά Kayleigh και Lavender, και από τα εντελώς χαρακτηριστικά Marillion κομμάτια Heart Of Lothian, Waterhole και Lords Of The Backstage στα επικά Bitter Suite και Blind Curve και στα up tempo Childhood’s End? και White Feather, οι Marillion κατάφεραν να γράψουν ακόμη έναν σπουδαίο δίσκο με ασύγκριτη ροή. Παρόλο που οι ενορχηστρώσεις είναι πιο απλές και ο ήχος αρκετά radio-friendly, αυτή την φορά επένδυσαν στις μελωδίες και στην ατμόσφαιρα βγαίνοντας και πάλι νικητές. Το Clutching At Straws δυστυχώς αποτέλεσε το κύκνειο άσμα των Marillion με τον Fish στην θέση του ηγέτη και τραγουδιστή τους. Τα προβλήματα και οι διαφωνίες του με τον manager της μπάντας αλλά και με τα υπόλοιπα μέλη υπήρξαν καταλυτικός παράγοντας για την απομάκρυνσή του. Ωστόσο το Clutching δεν αξίζει να μείνει στην ιστορία ως ο τελευταίος δίσκος τους με τον Fish, αλλά ως ένα σπουδαίο album και ίσως το πιο ώριμο της καριέρας τους. Πετυχαίνοντας μια μοναδική ισορροπία μεταξύ των πιο prog και πιο εύπεπτων στιγμών τους και με το concept να στηρίζεται στην καταστροφική προσωπική και επαγγελματική ζωή του χαρακτήρα Torch (πιθανότατα μια παρομοίωση με τον Fish), έγραψαν μοναδικά κομμάτια όπως τα Hotel Hobbies, Warm Wet Circles, White Russian, Sugar Mice και The Last Straw. Με την πρώτη, θρυλική περίοδο των Marillion να κλείνει, ακολούθησε η πρόσληψη του τραγουδιστή Steve Hogarth ο οποίος από δω και πέρα θα ήταν και ο βασικός τους στιχουργός. Η αυλαία της δεκαετίας τους βρήκε να κυκλοφορούν τον πέμπτο δίσκο της καριέρας τους με τον συμβολικό τίτλο Seasons End. Με το υλικό να φαίνεται γραμμένο για την φωνή του Fish και τον Hogarth να μην έχει αφήσει ακόμη το στίγμα του, το Seasons End χαρακτηρίζεται ως ο μεταβατικότερος τους δίσκος. Φυσικά αυτό δεν μειώνει την αξία του, και πώς να γίνει άλλωστε κάτι τέτοιο όταν περιέχει εξαιρετικές συνθέσεις σαν τα The King Of Sunset Town, Easter, Berlin και Seasons End. Οι Marillion συνεχίζουν 27 χρόνια μετά με το ίδιο line-up και πέρα από την συνέπειά τους ενίοτε κυκλοφορούν και συγκλονιστικά έργα όπως τα Brave και Marbles.

Symphonic prog

Δυστυχώς η συνεισφορά της Ιταλίας και της Γερμανίας, δύο xωρών με λαμπρή παράδοση στον χώρο υπήρξε ελάχιστη. Στην Γερμανία υπήρξε μια μικρή σκηνή από σχήματα που ακροβάτησαν μεταξύ neo-prog και symphonic prog που χαρακτηριζόταν από ρομαντική διάθεση και εκτεταμένη χρήση πλήκτρων. Αν και δεν είμαι και ο μεγαλύτερος φίλος αυτού του στυλ, οι αξιολογότεροι εκπρόσωποι αυτού του ήχου υπήρξαν οι Amenophis με το ομώνυμο ντεμπούτο τους, οι Anyone’s Daughter με το In Blau και το ομώνυμό τους, οι Sirius με το Running To Paradise και οι Werwolf με το Creation. Οι τελευταίοι μάλιστα ίσως να είναι και η πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση από τις προαναφερθείσες, μιας και το keyboard-driven prog τους είναι εμποτισμένο με folk μελωδίες και τις χαρακτηριστικές δυναμικές των Eloy. Στην Ιταλία από την άλλη, η μόνη μπάντα που είναι άξια αναφοράς είναι οι Nuova Era με το ντεμπούτο τους L’Ultimo Viaggio, προσπαθώντας να επαναφέρουν την χαμένη αίγλη του ήχου των PFM και των Metamorfosi (αξίζει αναφοράς το πολύ ανώτερο Il Passo Del Soldato του 1995). Μπορεί το neo-prog ουσιαστικά να υπήρξε η 80s προβολή του symphonic prog των 70s, ωστόσο εμφανίστηκαν αρκετά σχήματα από τον underground χώρο που κατάφεραν να κυκλοφορήσουν δίσκους που κράτησαν στο ακέραιο τον 70s χαρακτήρα του συμφωνικού progressive rock.

Μία χαρακτηριστική περίπτωση τέτοιας μπάντας υπήρξαν οι Asia Minor, με τα τρία τέταρτα του line-up να αποτελείται από Τούρκους. Με έδρα την Γαλλία και μετά από ένα πολύ δυνατό ντεμπούτο, το 1980 κυκλοφόρησαν  τον δεύτερο και δυστυχώς τελευταίο δίσκο τους. Το Between Flesh And Divine είναι από εκείνα τα μοναδικά έργα που παραμένουν στην αφάνεια και περιμένουν να τα ανακαλύψεις. Με έναν ήχο επηρεασμένο από τους Camel και τους Pink Floyd αλλά και με μία γλυκιά μελαγχολία να πέφτει σαν πέπλο πάνω από τις έξι συνθέσεις, οι Asia Minor κατάφεραν να γράψουν σπουδαίες μελωδίες και αξιοζήλευτα κομμάτια όπως τα Nightwind, Northern Lights και Lost In A Dream Yell. Άξιες αναφοράς οι ανατολίτικες πινελιές που πολύ διακριτικά έχουν περάσει στο τελικό αποτέλεσμα καθώς και ένας από τους καλύτερους συνδυασμούς κιθάρας και φλάουτου που έχουμε ακούσει. Παραμένοντας στην Γαλλία και πηγαίνοντας ακόμη πιο underground, θα ανακαλύψουμε τους Neo με τον μοναδικό ομώνυμο δίσκο τους. Με έναν καθαρά guitar & synth driven ήχο αλλά και με το σαξόφωνο να προσδίδει έναν πιο eclectic έως και jazz χαρακτήρα στο όλο εγχείρημα, το Neo χαρακτηρίζεται από τον εντελώς instrumental χαρακτήρα του αλλά και από την υψηλού επιπέδου τεχνική, τις απρόβλεπτες αλλαγές και τις καταπληκτικές του μελωδίες. Χαρακτηριστικότερα κομμάτια τα Osibirsk, Scene De Chasse και Sortie De Brain.

Στην Σκανδιναβία μπορεί στα 80s να υπήρξε συμφωνική σιγή ιχθύος, ωστόσο εμφανίστηκαν δύο σουηδικές μπάντες που προσέφεραν δύο αξιολογότατες δουλειές. Οι Tribute από το Norrköping σχηματίστηκαν το 1982 και μόλις δύο χρόνια αργότερα κυκλοφόρησαν το instrumental ντεμπούτο τους New Views. Με έναν ήχο πολύ γλυκό και αρκετά safe σε σημεία και με τις κυριότερες επιρροές τους να εντοπίζονται στους Camel, Kansas και Eloy, κατάφεραν να γράψουν πανέμορφες μελωδίες και αξιομνημόνευτα κομμάτια όπως το ουσιώδες Climbing To The Top, το ακουστικό A New Morning και το 22λεπτο ομώνυμο epic. Δυστυχώς τα δύο επόμενα albums δεν υπήρξαν αντάξια των προσδοκιών και οδήγησαν στην διάλυση της μπάντας. Οι The Foundation από την άλλη υπήρξαν κλασική περίπτωση one album wonder μπάντας με το Departure του 1985 να αποτελεί την μοναδική τους κληρονομιά. Instrumental πνεύμα (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων), έντονη μελωδικότητα και τα εμφανή Genesis και Camel στοιχεία χαρακτηρίζουν τον δίσκο, οδηγώντας τους Foundation στο να συνθέσουν φιλόδοξα κομμάτια σαν τα Crossing Lines και Final Thoughts, Departure.

Κλείνοντας την ευρωπαϊκή μας περιπλάνηση αξίζει να περάσουμε μια βόλτα από την Ανατολική Ευρώπη και να πούμε μερικές κουβέντες για τρεις ιδιαίτερες περιπτώσεις συγκροτημάτων. Οι Blue Effect πέραν του ότι θεωρούνται δικαίως το πιο αξιόλογο συγκρότημα της Τσεχίας, πέρασαν αρκετές αλλαγές στο ύφος τους, με την εκάστοτε περίοδό τους να ακολουθείται και από την αλλαγή του ονόματός τους. Στην τελευταία τους μέχρι σήμερα κυκλοφορία και την μοναδική στα 80s, τους συναντούμε ως M. Efekt. Παραμένοντας στα ίδια symphonic prog μονοπάτια με τον προηγούμενό τους δίσκο Svět hledačů, το 33 χαρακτηρίζεται από άρτια τεχνική, έντονες synth ατμόσφαιρες, φοβερές κιθαριστικές ιδέες και μακροσκελείς συνθέσεις. Αν παραβλέψουμε τα όχι καλά φωνητικά, έχουμε να κάνουμε με έναν πολύ δυνατό δίσκο. Η αναζήτηση progressive rock σχημάτων στην Ρωσία των 80s συγκρίνεται μόνο με εκείνη των ψύλλων στα άχυρα. Κι όμως, οι Horizont δεν χαρακτηρίζονται μόνο από τον όχι και τόσο σπουδαίο τίτλο της καλύτερης σοβιετικής μπάντας της εποχής, αλλά και από δύο πολύ καλές κυκλοφορίες και μάλιστα αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους. Το ντεμπούτο τους Summer In Town μέσω των τριών μακροσκελών συνθέσεών του ξεχωρίζει κυρίως για την κλασσικότροπή του ατμόσφαιρα και τις πολύπλοκες δομές φέρνοντας στο νου τα έργα των ELP και Yes. Ο δεύτερος και τελευταίος τους δίσκος The Portrait Of A Boy παρόλο που και αυτός είναι φανερά επηρεασμένος από την κλασσική μουσική, έχει πολύ πιο σκοτεινή ατμόσφαιρα και ηχητικά είναι περισσότερο κοντά στο avant-prog των Univers Zero και Magma.

Μία από τις κορυφαίες symphonic prog -και όχι μόνο- κυκλοφορίες της δεκαετίας προήλθε από μία άσημη μπάντα από την Ουγγαρία. Ο λόγος για τους Solaris, που το 1984 κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο Marsbéli krónikák (The Martian Chronicles αγγλιστί). Το ηχητικό φάσμα τους είναι τόσο ευρύ που μόνο η ακρόαση του δίσκου μπορεί να το αποτυπώσει. Η Marsbéli krónikák Suite ξεκινάει με έναν electronic ήχο που χρωστάει τα πάντα στους Klaus Schulze και Tangerine Dream, πριν εξελιχθεί σε μια μεγαλεπήβολη σύνθεση με επικούς τόνους, spacey πλήκτρα, δυναμικές κιθάρες και ουσιώδεις παρεμβάσεις του φλάουτου. Ωστόσο, το ντεμπούτο τους περιέχει και άλλες εξαιρετικές στιγμές όπως τα επιθετικά M’Ars Poetica και Apokalipszis και το μελωδικό Ha felszáll a köd. Οι Solaris είναι μέχρι και σήμερα δισκογραφικά ενεργοί και έχουν κυκλοφορήσει άλλες τρεις δουλειές με το Nostradamus Book Of Prophecies να ξεχωρίζει.

Στην Λατινική Αμερική των 80s τα πράγματα δεν ήταν και τόσο ρόδινα για το prog, ακόμα και σε χώρες που είχαν δημιουργήσει μια δυνατή σκηνή όπως κυρίως στην Αργεντινή αλλά και στην Βραζιλία. Παρόλα αυτά υπήρξαν οι εξαιρέσεις που όπως πάντα επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Οι Αργεντίνοι Pablo El Enterrador κυκλοφόρησαν τον ομώνυμο πρώτο τους δίσκο το μακρινό 1983, και μέχρι σήμερα χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης από τους συλλέκτες. Ηχητικά χρωστάνε τα πάντα στους Genesis και το late-70s ιταλικό prog, και με το δίπολο της κιθάρας και των διπλών πλήκτρων να ορίζει το στυλ τους έγραψαν μελωδικότατα, σφιχτοδεμένα τραγούδια όπως το εναρκτήριο Carrussel De La Vieja Idiotez και τα Dentro Del Corral και La Herencia De Pablo. Παραμένοντας στην Αργεντινή, ακόμη ένα πολύ δυνατό παράδειγμα μπάντας με έναν μονάχα δίσκο υπήρξαν οι Agnus με το Pinturas Y Expresiones (1980). Επηρεασμένο από την κλασσική εποχή του ιταλικού prog αλλά και από την εξαιρετική symphonic σκηνή της Αργεντινής της περιόδου 1975-1978, το εν λόγω LP χαρακτηρίζεται από ακαταμάχητες μελωδίες προερχόμενες από τις vintage κιθάρες και το φλάουτο, αλλά και από την ελάχιστη χρήση synths, πράγμα σπάνιο για symphonic prog των 80s.

Η τρίτη περίπτωση μπάντας που κατάφερε όχι απλώς να κάνει αίσθηση, αλλά και να κυκλοφορήσει  έναν από τους σπουδαιότερους prog δίσκους όλων των εποχών υπήρξαν οι Βραζιλιάνοι Bacamarte. Φυσικά η ακρόαση του Depois Do Fim θα εξαφανίσει μονομιάς όλες τις αμφιβολίες όσων θεωρούν υπερβολικούς τους παραπάνω χαρακτηρισμούς. Η πρώτη εντύπωση επικεντρώνεται στο ασύγκριτο τεχνικό τους επίπεδο, όμως αυτό που πραγματικά τους ξεχωρίζει είναι η προσωπικότητα που βγάζουν στην σύνθεση και τον συνδυασμό των επιρροών τους, πραγματικά σπάνια για μπάντα με μία και μοναδική δουλειά. Με στοιχεία από το ιταλικό prog, την folk και την κλασσική μουσική έγραψαν οκτώ αψεγάδιαστα κομμάτια με αποκορύφωμα τα Miragem, Depois Do Fim και Ultimo Entardecer. Δίσκος-κόσμημα.

Αν και η Ιαπωνία διαχρονικά είχε μεγαλύτερη παράδοση στην ψυχεδέλεια και το avant-prog, έβγαλε μερικά σχήματα που ξεχώρισαν μέσω των έργων τους. Από το όνομα και το εξώφυλλο μέχρι και το μουσικό περιεχόμενό τους, δυσκολεύεται κανείς να πιστέψει πως οι Pazzo Fanfano Di Musica είναι Ιάπωνες και όχι Ιταλοί. Με έναν μονάχα δίσκο, κατάφεραν να ξεχωρίσουν σε μια περίοδο (late 80s) όπου δεν κυκλοφορούσαν prog δίσκοι γενικά. Αυτό που κάνει εντύπωση δεν είναι μόνο τα στοιχεία κλασσικής μουσικής, αλλά ότι ουσιαστικά παίζουν κλασσική συμφωνική μουσική με rock όργανα. Ο συνδυασμός του φλάουτου, του πιάνο και του mellotron με το βιολί και το τσέλο είναι πραγματικά μοναδικός, ενώ οι μελωδίες και η μουσικότητα του όλου εγχειρήματος είναι άνευ κριτικής.

Προερχόμενοι από μία σκηνή με αρκετές μπάντες όπως οι Novela, Gerard, Vienna και Deja-Vu, οι Pageant κατάφεραν να ξεχωρίσουν από τους υπόλοιπους κυρίως λόγω του ντεμπούτου τους La Mosaique De La Reverie. Η συνταγή περιλαμβάνει τυπικό symphonic prog της εποχής που σε σημεία φλερτάρει έντονα με το neo-prog, ωστόσο οι δυναμικές του δίσκου και μερικά αξιόλογα μελωδικά σημεία που φέρνουν στο νου το κλασσικό δίπολο Camel/Genesis τους κρατούν σε απόσταση από το cheesy περιεχόμενο των προαναφερθέντων σχημάτων. Σε όποιον ακροατή αρέσει το πομπώδες και κλασσικότροποπο symphonic prog με μελαγχολικό χαρακτήρα και έντονα πλήκτρα στο στυλ των Wakeman/Banks προτείνεται το Sinfonia Della Luna των Mugen. Τέλος, το άλλο σχήμα που έκανε αίσθηση ήταν οι Outer Limits. Η πορεία τους στα 80s κατέγραψε 4 δίσκους, με τους τρεις πρώτους να κάνουν αίσθηση. Μιας και όλοι κινούνται σε παρόμοια μονοπάτια, αρκεί να πούμε για το ύφος του ντεμπούτου τους Misty Moon, όπου πέραν της κλασσικής του προσέγγισης ξεχωρίζει για την περίοπτη θέση του βιολιού δίπλα στο τυπικό δίδυμο synth/κιθάρας.

Prog folk

Όπως είναι λογικό η παρακμή του προοδευτικού ήχου στα 80s δεν ήταν δυνατόν να αφήσει ανεπηρέαστο και το prog folk, ένα είδος που ήδη από τα τέλη των 70s είχε αρχίσει να παίρνει την κατιούσα. Ωστόσο εμφανίστηκαν μερικά σχήματα από τον underground χώρο που συνέχισαν να αντλούν έμπνευση από τις folk μελωδίες, είτε μεσαιωνικές, είτε ανατολίτικες, είτε flamenco, είτε από τις οροσειρές των Άνδεων.

Πρώτη και χαρακτηριστικότερη περίπτωση αυτή των Χιλιανών Los Jaivas, της σπουδαιότερης Χιλιανής prog μπάντας. Μετά από μία 70s πορεία που περιελάμβανε πέντε studio δίσκους, όλοι ηχογραφημένοι εκτός Χιλής εξαιτίας της δικτατορίας του Pinochet, μπήκαν στη νέα δεκαετία με τον καλύτερο δυνατό τρόπο κυκλοφορώντας τον ποιοτικότερο δίσκο της καριέρας τους. Στο Alturas De Machu Picchu, βασισμένο σε ποίηση του σπουδαίου νομπελίστα ποιητή Pablo Neruda, οι Los Jaivas καταφέρνουν να παντρέψουν μοναδικά τις παραδοσιακές μελωδίες των Incas με τις περίπλοκες δομές των Genesis και την ατμόσφαιρα των Pink Floyd. Με άνεση ένα από τα ποιοτικότερα και κυρίως αυθεντικότερα δείγματα προοδευτικής μουσικής των 80s, αρκεί να ακούσει κάποιος για να πειστεί  το 11λεπτο έπος La Poderosa Muerte. Από τα υπόλοιπα τρία albums που ακολούθησαν ξεχωρίζει με άνεση το διπλό Obras De Violeta Parra του 1984, με το οποίο ήρθαν ηχητικά ακόμη πιο κοντά στο παραδοσιακό prog rock λόγω και της πιο εκτεταμένης χρήσης πλήκτρων.

Παραμένουμε στην Λατινική Αμερική και πηγαίνουμε στο Μεξικό για να συναντήσουμε τους Nirgal Vallis και τον μοναδικό τους δίσκο Y Murio La Tarde. Ένα πολύ καλό δείγμα μελωδικού prog που ισορροπεί μεταξύ του βρετανικού prog folk και του synth driven συμφωνικού ήχου. Καθόλου τυχαία η επιλογή της Musea να το επανακυκλοφορήσει αρκετά χρόνια αργότερα. Όποιος επιθυμεί να ακούσει instrumental prog με πλούσιες ενορχηστρώσεις, όμορφες μελωδίες και βασικό πρωταγωνιστή το δίπτυχο ηλεκτρική κιθάρας/φλάουτου σίγουρα πρέπει να τσεκάρει τους τέσσερις προσωπικούς δίσκους του Βραζιλιάνου κιθαρίστα Marco Antonio Araujo, και κυρίως τον τελευταίο του (Lucas, 1984). Δυστυχώς απεβίωσε το 1986 σε ηλικία μόλις 36 ετών εξαιτίας εγκεφαλικού ανευρύσματος.

Στην Ισπανία αίσθηση προκάλεσαν οι Βάσκοι Itoiz με τον δεύτερό τους δίσκο Ezekiel. Έχοντας ενισχυμένο line-up σε σχέση με το ντεμπούτο τους (βιολί, σαξόφωνο, μαντολίνο), κατάφεραν να συνδυάσουν πολλά και διαφορετικά στοιχεία μεταξύ τους με τρόπο εμπνευσμένο και αυθεντικό. Οι flamenco-meets-Steve Hackett κιθάρες, οι folk μελωδίες του φλάουτου και το fusion πιάνο συνεισφέρουν μοναδικά σε έναν από τους καλύτερους δίσκους του είδους. Οι Itoiz συνέχισαν δισκογραφικά με τρία ανέμπνευστα albums χαμηλής αισθητικής. Μία πολύ ιδιαίτερη περίπτωση μπάντας υπήρξαν οι Ισπανοί Babia με τον μοναδικό δίσκο που κυκλοφόρησαν. Στο OrienteOccidente ο ακροατής έρχεται σε επαφή με έναν από τους καλύτερους συνδυασμούς folk, ethnic και fusion μουσικής. Ένα πλήθος εγχόρδων, πνευστών και κρουστών οργάνων είναι το όχημα για ένα μοναδικό ταξίδι στις μουσικές παραδόσεις της Ισπανίας, της Αφρικής, της Αραβίας και της Ινδίας.

Αρκετά πιο βόρεια και συγκεκριμένα στην Σουηδία, εμφανίστηκε ακόμη ένα συγκρότημα που κυκλοφόρησε δυστυχώς μονάχα έναν δίσκο. Και η λέξη “δυστυχώς” πρέπει να τονίζεται σε περιπτώσεις σαν τον ομώνυμο δίσκο των Nya Ljudbolaget. Η συμπερίληψη των Σουηδών στο prog folk λήμμα είναι πολύ περιοριστική για τον μουσικό τους πλούτο, μιας και παίζουν με τέτοια άνεση μεταξύ avant-prog, folk και fusion που είναι να απορείς ότι πρόκειται για την πρώτη και μοναδική τους δουλειά. Ένα εξαιρετικό album instrumental μουσικής που θα συναρπάσει τους απαιτητικούς ακροατές.

Στον πιο παραδοσιακό folk ήχο που τον μάθαμε μέσω σπουδαίων βρετανικών σχημάτων όπως οι Jethro Tull, Pentangle, Fairport Convention και Spirogyra, εμφανίστηκαν μερικά σχήματα με αξιόλογες δουλειές. Στην γαλλική σκηνή η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ήταν αυτή του trio των Avaric. Τα Pauvre Sens Et Pauvre Memoire (1980) και Rotroenges Du Mer Chant Amour (1981) είναι δύο πανέμορφοι δίσκοι γεμάτοι με medieval folk μελωδίες, με τις διπλές ακουστικές κιθάρες και το φλάουτο να ορίζουν το ρομαντικό ύφος τους.  Άλλο ένα παράδειγμα “εκτός εποχής” κυκλοφορίας αποτελεί και το μοναδικό album των Emeraude ονόματι Geoffroy. Το αποτύπωμα του δίσκου δεν θυμίζει οτιδήποτε κυκλοφόρησε μετά το 1972, από το ασπρόμαυρο εξώφυλλο με τον ιππότη μέχρι το μελαγχολικό prog folk στυλ τους που περνάει με άνεση από τα ακουστικά μέρη σε πιο ηλεκτρικά. Στην πολύ φτωχή σε συγκομιδή 80s prog δίσκων Ολλανδία ξεχωρίζει με άνεση ο δεύτερος δίσκος των Flairck. Το Gevecht Met De Engel είναι ένα θεσπέσιο δείγμα instrumental folk μουσικής, αποτελούμενης βασικά από μία εξάχορδη κιθάρα, μία δωδεκάχορδη, ένα φλάουτο και ένα βιολί. Οι πινελιές και από άλλα έγχορδα και πνευστά και το gentle στυλ που διακατέχει όλο το album το κατατάσσουν στην αφρόκρεμα του είδους. Οι υπόλοιποι έξι δίσκοι που κυκλοφόρησαν δεν έχουν την παραμικρή σχέση ποιοτικά με το συγκεκριμένο LP. Τέλος, στον χώρο της Γηραιάς Αλβιώνας οι μόνοι άξιοι εκπρόσωποι υπήρξαν οι Ουαλοί Pererin, κυκλοφορώντας τρεις δίσκους και μία κασέτα, με όλους τους στίχους να είναι γραμμένοι στην παραδοσιακή ουαλική διάλεκτο. Τα δύο πρώτα τους LP Haul Ar Yr Eira (1980) και Teithgan (1981) αποτελούν δύο εξαίρετα δείγματα prog folk μουσικής, με κέλτικες μελωδίες, τρομερές ερωταπαντήσεις κιθάρας και φλάουτου, διακριτικά πλήκτρα και διπλά αντρικά-γυναικεία φωνητικά. Οι λάτρεις των Trees και Mellow Candle θα ενθουσιαστούν.

Συνεχίζεται…