Νέα από τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού

 

Μουσικοί δημιουργοί της χορευτικής ηλεκτρονικής σκηνής

προσεγγίζουν την παράδοση του προοδευτικού και ψυχεδελικού ροκ 

 

 Από τον Νίκο Φιλιππαίο

moon_02Την πρώτη φορά που άκουσα το «Dark Side of The Moon» και μάλιστα σε βινύλιο ήμουν πάνω-κάτω δεκαέξι χρόνων. Όσο περίεργο κι αν φαίνεται, η πρώτη ακρόαση δεν με ενθουσίασε και πολύ. Τελικά αποφάσισα να αντιγράψω το άλμπουμ σε κασέτα, για να του δώσω ακόμα μια ευκαιρία… Φυσικά η συνέχεια ήταν κοινή με αυτή πολλών φίλων της μουσικής: η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού με γοήτευσε και επηρέασε καθοριστικά την αισθητική και την νοοτροπία μου. Αυτή ακριβώς η αναμέτρηση με  τραγούδια, δίσκους και καλλιτέχνες είναι ένα από τα πιο σημαντικά οφέλη της μουσικής: να εκτιμάς, να απορρίπτεις, να επανεκτιμάς,  κοντολογίς να βιώνεις μια, θα λέγαμε, περιπέτεια ακρόασης. Και μερικές από τις πιο ωραίες… ακροαστικές περιπέτειες προσφέρουν άλμπουμ και καλλιτέχνες του progressive rock, καθώς εγγενές χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου ιδιώματος είναι μια νοοτροπία εκλεκτισμού και πολυσυλλεκτικότητας, που  φέρνει κοντά μουσικά είδη και στιλ εκ πρώτης άποψης αταίριαστα και αντιφατικά.  Έτσι και οι Pink Floyd, τους οποίους θα αναφέρουμε ουκ ολίγες φορές σε αυτό το άρθρο, στο «Dark Side Of The Moon» λες και περάσανε το αργό και συναισθηματικό blues μέσα από τα παραμορφωτικά φίλτρα του ψυχεδελικού ροκ, του ambient και την πρώιμης ηλεκτρονικής μουσικής.  

Κατά καιρούς, λοιπόν, από τα 70s μέχρι και σήμερα, μουσικοί και μπάντες από ποικίλα στιλιστικά backgrounds ήρθαν σε μια δημιουργικότατη επαφή με το progressive rock, προσφέροντας πολύ αξιόλογες crossover δουλειές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι Cardiacs που με τα άλμπουμ τους κατάφεραν μια δυνατή ανακωχή ανάμεσα στα αντίπαλα στρατόπεδα του punk και του progressive rock.

Αλλά ακόμα ένας απρόσμενος συνδυασμός που πιθανότατα οι περισσότεροι ακροατές του progressive rock ιδιώματος δεν έχουν υπόψη, καθώς ξεφεύγει σε χωράφια που είτε εκούσια είτε ακούσια δύσκολα προσεγγίζουν, είναι αυτός ανάμεσα στο progressive rock και την ηλεκτρονική μουσική. Δεν αναφέρομαι βέβαια στους αναγνωρισμένους πρωτεργάτες του λεγόμενου progressive electronic, όπως του πειραματιστές της kosmische musik και του ρυθμού motorik ή τον «δικό μας» Βαγγέλη Παπαθανασίου. Αντιθέτως, έχω κατά νου μια νέα γενιά μουσικών δημιουργών που προέρχονται από την dance electronica και έχουν διακριθεί περίπου την τελευταία δεκαετία. Παραγωγοί, DJs και μουσικοί που έχει κερδίσει ο ηλεκτρονικός χορευτικός ρυθμός των 4/4, απλώνουν το χέρι στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού: στη μεγάλη περιπέτεια του προοδευτικού και ψυχεδελικού ροκ. Μάλιστα, μια τέτοια χειρονομία προς έναν ήχο παλιότερο και αναλογικό αποτελεί μια έντονα κριτική ματιά των συγκεκριμένων ανθρώπων σε αυτή την ιλλουστρασιόν, μοδάτη και βιομηχανοποιημένη πλευρά της τρέχουσας χορευτικής μουσικής.

Φυσικά, το ενδιαφέρον αυτών των καλλιτεχνών έχει τραβήξει κυρίως η σκηνή των 60s και των 70s, όταν ο χαρακτηρισμός progressive εξέφραζε εύστοχα μια πραγματικά προοδευτική οπτική στην ροκ μουσική. Πολλοί από αυτούς κατέληξαν να σκαλίζουν το progressive και το ψυχεδελικό ροκ, αναζητώντας τις καταβολές της χορευτικής μουσικής, οι οποίες γενικότερα εντοπίζονται τόσο στην τζαζ όσο και στο ροκ. Κάποιοι έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στις απαρχές της ηλεκτρονικής μουσικής, ανακαλύπτοντας δίσκους-σταθμούς, όπως αυτοί του Klaus Schulze, του Μanuel Göttsching και των Neu!. Αυτή η στροφή επίσης σχετίζεται με τη μεγάλη αγάπη αυτών των καλλιτεχνών για το βινύλιο, άλλωστε οι περισσότεροι από αυτούς είναι και DJs, γνωστοί για τις ιδιαίτερες και ασυμβίβαστες επιλογές τους στα decks. Βέβαια, αυτές οι επιλογές συχνά συμπεριλαμβάνουν και συνθέσεις λησμονημένες και με αμφιλεγόμενη διαχρονικότητα και αξία, οι οποίες χρονολογούνται στα τέλη της δεκαετίας του 70, όταν η disco είχε κυριαρχήσει στο μουσικό σκηνικό. Πράγματι, η πλειοψηφία των εν λόγω καλλιτεχνών ευρύτερα συμπεριλαμβάνεται  στην αναβίωση του disco ήχου, που άκμασε την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, αλλά συνεχίζεται με επιτυχία και σήμερα, αν αναλογιστούμε κυκλοφορίες όπως το περσινό εμπορικά και ποιοτικά επιτυχημένο άλμπουμ των Daft Punk, «Random Access Memories».

Ωστόσο, οι κυρίαρχες επιρροές των καλλιτεχνών στους οποίους αναφερόμαστε δεν εντοπίζονται τόσο στην εμπορική disco, όσο στο πιο πειραματικό και underground παρακλάδι της, την cosmic disco. H cosmic disco αναπτύχθηκε από τα τέλη των 70s ως τα μέσα των 80s, σε clubs της βόρειας Ιταλίας, όπως το Cosmic το οποίο ονοματοδότησε και τον όλο ήχο. Εκεί, DJs όπως ο Danielle Baldeli, όχι μόνο «πείραζαν» ορχηστρικές εκδοχές disco τραγουδιών, που συνήθως καταλάμβαναν τη δεύτερη πλευρά των βινυλιακών singles, αλλά γενικότερα σέρβιραν στους θαμώνες των club, οι οποίοι τις περισσότερες φορές βρίσκονταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, ένα χορευτικό ψυχεδελικό trip. Ο ίδιος ο Baldelli σε συνέντευξή του περιγράφει το πως μίξαρε το Bolero του Ravel με μια abstract σύνθεση του Steve Reich ή ένα κομμάτι των Dieter Moebius και Hans Joachim Roedelius με μια επιτυχία της funk μπάντας  Τ Connection, προσθέτοντας έναν world tribal ρυθμό.

Οι δύο άνθρωποι που συντέλεσαν στην επιστροφή του cosmic disco στη σύγχρονη μουσική σκηνή είναι οι Νορβηγοί Lindstrom και Prins Thomas. Βέβαια, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα, πιο περιορισμένες underground κινήσεις είχαν ήδη από τις αρχές των 90s προετοιμάσει αυτήν την επιστροφή, αλλά οι δύο καλλιτέχνες, μέσω των επιλογών τους ως DJs, των προσωπικών τους κυκλοφοριών, αλλά κυρίως με  τους δύο δίσκους, στους οποίους ένωσαν τις δυνάμεις τους, εδραίωσαν την επιστροφή του cosmic disco. Προτείνω αυτές τις δύο δουλειές, ως δείγματα αυτοσχεδιαστικής μουσικής που διατηρεί κάτι από το πνεύμα των ελεύθερων αναζητήσεων των 60s και 70s.

Κοντά στο ντουέτο αναπτύσσει τη μουσική του δράση ο επίσης Νορβηγός Todd Terje, γνωστός για τα αντισυμβατικά του remixes. Αλλά,  οι prog ή καλύτερα jazz fusion τάσεις του διακρίνονται στο  κομμάτι του «Alfonso Muskedunder», που συμπεριλαμβάνεται στο φετινό του άλμπουμ «It’s Album Time». 

Σε παρόμοιο πνεύμα με τους Lindstrom, Prins Thomas και Todd Terje κινούνται οι Meanderthals, ένα project που αποτελείται από τον Νορβηγό μουσικό Rune Lindbæk και το βρετανικό ντουέτο DJs και παραγωγών Idjut Boys. Οι Meanderthals απλώνουν τους θερινούς και ράθυμους πειραματισμούς τους στο άλμπουμ «Desire Lines» του 2009. Δύο χρόνια νωρίτερα, δηλαδή το ’07, κυκλοφόρησε και το μοναδικό άλμπουμ των Map Of Africa, του project των DJ Harvey και Thomas Bullock, στα πλαίσια του οποίου οι δυο παλαίμαχοι DJs ξεσπούν σε ένα ευφάνταστο freak out ψυχεδελικού ροκ.

                                                              

Επίσης, οι Beyond The Wizards Sleeve από την Βρετανία έδωσαν μια πιο ηλεκτρονική και χορευτική εκδοχή στο prog folk τραγούδι «Roscoe» των Midlake, ένα remix που το περιοδικό NME συμπεριέλαβε στα 50 καλύτερα remixes όλων των εποχών. Ουσιαστικά, πίσω από το εν λόγω remix βρίσκεται ο πολυπράγμων Richard Norris, μέλος των Grid, ενός ντουέτου που στα 90s συνεργάστηκε με τον Robert Fripp.  Από τη Βρετανία ορμάται και ο πολύς Andrew Weatherall, του οποίου οι περισσότερες δουλειές μεταφέρουν ένα ανεξίτηλο ψυχεδελικό κλίμα.

Βέβαια, αν κάποιοι καλλιτέχνες από τη σύγχρονη dance electronica με αναφορές στο προοδευτικό και ψυχεδελικό ροκ βρίσκονται κάτω από την ομπρέλα του cosmic disco ήχου, αρκετοί άλλοι χαρακτηρίζονται ως balearic. Η σύνδεση με το νησί της Ibiza είναι αυτονόητη, αλλά προκειμένου να κατανοηθεί αυτός ο όρος, χρειάζεται να γυρίσουμε περίπου 25 με 30 χρόνια πίσω, πριν η Ibiza μεταμορφωθεί σε μια τουριστική υπερπαραγωγή. Κατά τη δεκαετία του ’80, στο ισπανικό νησί οι ξένοι επισκέπτες ήταν λίγοι, κυρίως καλλιτέχνες, μποέμ και hippies, ενώ στα τοπικά bars και clubs DJs, με επιφανέστερο τον Alfredo Fiorito, έπαιζαν όχι house και techno, αλλά ένα εκλεκτικό μείγμα από πολλά και διαφορετικά μουσικά είδη, όπως disco, new wave και latin jazz, στο οποίο δόθηκε η ονομασία «balearic beat». Γενικότερα, η ατμόσφαιρα του νησιού κρατούσε ακόμα κάτι από τα 60s και τα 70s, όταν η Ibiza ενέπνεε μπάντες όπως τους Pink Floyd να συνθέσουν το «Ibiza Bar» και τους King Crimson το «Formentera Lady».

Σημειωτέον πως αυτούς τους ντόπιους DJs των late 80s άκουσαν οι Βρετανοί και με ενθουσιασμό μετάφεραν τη νοοτροπία τους στη Γηραιά Αλβιόνα, όπου στα μετέπειτα χρόνια είχαμε την άνθιση του acid house και γενικότερα της rave κουλτούρας.

Η χώρα που τα τελευταία χρόνια μας έχει δώσει κάμποσα ενδιαφέροντα συγκροτήματα, τα οποία επιστρέφουν σε αυτή την εκλεκτικότητα και πολυσυλλεκτικότητα, αντιλήψεις που, όπως είδαμε, είναι κοινές τόσο στην balearic νοοτροπία,  όσο και στο progressive rock είναι η Σουηδία. Η Σουηδία έχει μια σημαντική παρουσία στην ποιοτική pop μουσική, όποτε αυτή η άνθιση του λεγόμενου nu balearic ήχου δεν είναι εντελώς απρόσμενη. Τώρα, αν αναλογιστούμε και την ακμάζουσα underground σκηνή του σουηδικού προοδευτικού και ψυχεδελικού ροκ στα 60s-70s, ακόμα μια συνάντηση ανάμεσα στον αναλογικό και  ηλεκτρονικό ήχο φαντάζει μοιραία… Ας ρίξουμε μια ματιά σε τρεις αντιπροσωπευτικές μπάντες:  τους Tiedye, τους Fontän και τους Bandjo.

Οι  κυκλοφορίες των Tiedye είναι σπάνιες και αραιές. Πρωτοεμφανίστηκαν με μια ιδιαίτερη διασκευή στο «Nothing Else Matters» των Metallica, συνέχισαν με το μελωδικό folk τραγούδι «Fisherman’s Bend» και το 2013 επέστρεψαν με το «Road Less Travelled», που αποπνέει μια 70s ποπ ευφορία. Οι Fontän και οι Bandjo, πάλι, στρέφονται σε έναν ήχο πιο ατμοσφαιρικό και σκοτεινό. Οι πρώτοι, το 2009 κυκλοφόρησαν το δεύτερο full-length τους, «Winterhwila». Οι πιο ενημερωμένοι και προσεκτικοί ακροατές στο κομμάτι «Early Morning», θα ακούσουν μια άτυπη και πολύ ελεύθερη διασκευή στο ομώνυμο τραγούδι των Γερμανών Epitaph. Οι Bandjo παρουσίασαν το μοναδικό ομώνυμο άλμπουμ τους το 2010, με ένα μουσικό ύφος επηρεασμένο από τους επίσης Σουηδούς Studio, αντικαθιστώντας όμως το pop στοιχείο των τελευταίων με krautrock επιρροές, χωρίς να λείπουν και πινελιές από darkwave.

                                                            

Κοντά σε αυτές τις μπάντες από τη Σουηδία, κινούνται και οι κάπως γνωστότεροι Βρετανοί A Mountain Of One, με μια σειρά εξαιρετικών singles που συγκέντρωσαν στο άλμπουμ «Collected Works» το 2007.

                                                            

Βέβαια, μέσα σε ένα περιβάλλον παγκοσμιοποιημένης κουλτούρας, το μπολιασμένο με πολλά prog / psych rock στοιχεία «κίνημα» της cosmic disco και του balearic έχει βρει κήρυκες σε αρκετά μέρη του πλανήτη. Έτσι, ωραία δείγματα δουλειάς έχουν δώσει οι Καλιφορνέζοι Pacific Horizons, αλλά και το  ντουέτο των Almunia από την Ιταλία, οι οποίοι μπλέκουν τα χαλαρά beats με έναν ηλεκτρικό κιθαριστικό ήχο που θυμίζει David Gilmour. Τέλος, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε τον Ισπανό Tiago Miranda, πρώην μέλος του συγκροτήματος Gala Drop, ο οποίος χρησιμοποιώντας ένα πλήθος ψευδωνύμων μας έχει δώσει πρωτότυπες συνθέσεις, αλλά και ενδιαφέροντα remixes.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όπως καταλαβαίνετε, η λίστα με τους μουσικούς και παραγωγούς αυτής της σχετικά νέας κατεύθυνσης στη παγκόσμια σκηνή μπορεί να μεγαλώσει, ανάλογα βέβαια με την ενημέρωση, το αισθητήριο και τα γούστα του καθενός. Και αν ακόμα θεωρείτε αυτόν τον συσχετισμό ανάμεσα σε progressive rock και disco αταίριαστο, σκεφτείτε πως οι πρώτοι μουσικοί απεσταλμένοι από τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, οι Pink Floyd, στα 1979 κυκλοφόρησαν ένα τραγούδι που συνδύαζε progressive rock και disco, ένα τραγούδι που έμελλε να γίνει η μεγαλύτερη επιτυχία τους.