Μια διεισδυτική ακρόαση: Trilogy (1972), Emerson, Lake and Palmer

 

Από τον Νικήτα Κίσσονα 

 06 / 12 / 2013

 

ELPΓενικά Στοιχεία:

Το συγκρότημα Emerson, Lake & Palmer (ELP) σχηματίστηκε το 1970 και θεωρήθηκε από πολλούς ως το πρώτο progressive rock supergroup. Το progressive rock σαν είδος ήταν ήδη στα σπάργανα (ο όρος progressive rock δόθηκε πολύ αργότερα, αντ’αυτού προτιμήθηκαν όροι όπως art rock και theater rock) και αναφερόταν κατά κόρον στον συνδυασμό στοιχείων από την κλασική, blues, jazz, rock αλλά και πειραματική μουσική.

Σε γενικά και απλουστευμένα πλαίσια, από την jazz μουσική κρατήθηκε η διάθεση για αυτοσχεδιασμό και οι πλούσιες αρμονίες, από την rock ο πιο σκληρός ηλεκτρικός ήχος, από την blues τα riffs και ο shuffle ρυθμός, από την κλασική οι εκτενής φόρμες και ο συμφωνικός ήχος, και από την πειραματική η ελευθερία στον «θόρυβο». Κάποια συγκροτήματα χρησιμοποίησαν όλα αυτά τα στοιχεία ενώ αλλά μόνο δύο ή τρία. Οι ELP ανήκουν στην πρώτη κατηγορία και ενδεικτικό παράδειγμα είναι  ο τρίτος δίσκος τους “Pictures at an Exhibition” του 1971.

Ο όρος “supergroup” χρησιμοποιήθηκε για τα συγκροτήματα όπου τα μέλη τους ήταν ήδη γνωστά από προηγούμενα σχήματα και μάλιστα ως βιρτουόζοι στα όργανα τους. Ως εκ τούτου το “supergroup” περιέγραφε ένα σχήμα με μεγάλες φιλοδοξίες αλλά και προσδοκίες καθώς και πολύ υψηλού επιπέδου τεχνική. 94Συγκεκριμένα, ο Keith Emerson (πλήκτρα) προερχόταν από τους The Nice όπου είχε ήδη δείξει την διάθεση του να χρησιμοποιήσει την κλασική μουσική ως πηγή έμπνευσης αλλά και ως καταφύγιο όταν δεν είχε έμπνευση. Ο Greg Lake (μπάσσο, φωνή, κιθάρα) προερχόταν από τους King Crimson όπου ο πρώτος δίσκος “In The Court Of The Crimson King” του 1969 θεωρείται ο πρώτος progressive rock δίσκος και σημείο αναφοράς τόσο δισκογραφικά όσο και μουσικά. Ο Carl Palmer (drums) προερχόταν από τους The Crazy World of Arthur Brown και Atomic Rooster δύο από τα πιο εναλλακτικά σχήματα της εποχής. Η χρυσή εποχή των ELP καλύπτει την περίοδο 1970-1973 όπου έβγαλαν 4 δίσκους με υλικό κυρίως δανεισμένο από την κλασσική μουσική αλλά και δικές τους συνθέσεις εναλλάσοντας ακουστικες μπαλάντες του Lake με πιο συμφωνικές  συνθέσεις του Emerson.

Οι ELP έμειναν στην ιστορία σαν ένα από τα πιο επιτηδευμένα συγκροτήματα της progressive rock σκηνής κυρίως λόγω των ακραίων εμφανίσεων τους από τις οποίες όμως έγιναν πάμπλουτοι. Για παράδειγμα, ο Emerson συνήθιζε να καρφώνει ένα αγαπημένο του μαχαίρι στα πλήκτρα του Hammond έτσι ώστε να παράγει θόρυβο, να ρίχνει τα πλήκτρα του επί σκηνής συνεχίζοντας να παίζει (φυσικά!), να εκτελεί ατελείωτους αυτοσχεδιασμούς στα αμέτρητα πλήκτρα που είχε μπροστά του ενώ ο Palmer συνήθιζε να περιβάλεται από ένα υπερπλήρες σετ τυμπάνων και κρουστών. Μέρος των συναυλιών ήταν και ένα εντυπωσιακό show φωτισμών ενώ η υπερβολή τους φαινόταν και από την προκλητικά πλούσια ζωή που κάνανε και φυσικά από την κλασική πλέον εικόνα των τριών μεγάλων φορτηγών στις περιοδείες τους.   

 

Trilogy (1972):

 Με την ιστορία και τις διάφορες πτυχές του progressive rock θα επανέλθουμε σύντομα πολύ πιο λεπτομερείς. Σε αυτό το άρθρο θα μιλήσουμε για ένα τραγούδι των ELP, το Trilogy από το ομώνυμο album “Trilogy” (1972). Ο λόγος επιλογής αυτού του κομματιού είναι γιατί αποτελεί ένα από τα καλύτερα παραδείγματα του progressive rock γιατί στα 9 λεπτά του εμπεριέχει λίγο ή πολύ όλα τα χαρακτηριστικά του. Και με αυτό δεν εννοώ τα θετικά μόνο! Ο άλλος λόγος επιλογής αυτού του τραγουδιού είναι για την σημειολογική αναφορά στον αριθμό 3 που θεωρώ πολύ ενδιαφέρουσα αλλά και διασκεδαστική.

Trilogy_(Emerson,_Lake_&_Palmer_album_-_cover_art) (1)Όταν μιλάμε για φόρμα στην μουσική αναφερόμαστε στην δομή ενός κομματιού, στον τρόπο που τα διάφορα μέρη του έχουν τοποθετηθεί και στον τρόπο που αυτά ενώνονται. Η τριμερής φόρμα ΑΒΑ (τρία μέρη όπου το πρώτο και το τρίτο είναι ίδια ή παρόμοια) είναι η πιο διαδεδομένη φόρμα, μαζί με τις παραλλαγές της όπως ΑΑΒΑ, ΑΑΒΒΑΑ κτλ, στην μουσική εδώ και αιώνες. Ακούγοντας το Trilogy πολύ εύκολα μπορούμε να ξεχωρίσουμε αυτά τα τρία μέρη. Το πρώτο είναι το πιανιστικό-φωνητικό, το δεύτερο είναι το σολιστικό και το τρίτο είναι η επαναφορά της φωνής. Μπαίνοντας πιο βαθιά στην δομή μπορούμε να δούμε πως το πρώτο και το τρίτο μέρος είναι επίσης χωρισμένα σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος αποτελείται από μια πιανιστική εισαγωγή(a), το τραγούδι(b) και μια πιανιστική έξοδο(c). Το τρίτο μέρος αποτελείται επίσης από μια εισαγωγή(d), τραγούδι(b)-ίδια μελωδία με άλλο ρυθμό, blues έξοδος(e). Το δεύτερο μέρος είναι μόνο ένα σόλο. Δομικά λοιπόν μπορούμε να πούμε πώς όλο το τραγούδι ακολουθεί την φόρμα ΑΒΑ και αν λάβουμε υπόψην και τα επιμέρους κομμάτια τότε όλη η φόρμα είναι Α(abc)B(solo)A(dbe). 

Ας δούμε τώρα την βασική μελωδία του τραγουδιού(b). Το πρώτο μέρος βλέπουμε πως αποτελείται από μια μελωδία που επαναλβάνεται, ακολουθεί εις διπλούν μια πιο γρήγορη γέφυρα και μετά επανέρχεται η ίδια αυτούσια. Άρα εδώ έχουμε την εσωτερική δομή ΑΑΒΑ. Αν ακούσουμε τώρα την επανεμφάνιση του τραγουδιού στο τρίτο μέρος θα δούμε πως ξεκινάει με την ίδια μελωδία αλλά σε πιο έντονο ρυθμό ακολουθούμενη από μια γρήγορη γέφυρα (όχι φωνητική αυτή την φορά αλλά ένα solo) και μετά πάλι η μελωδία αυτούσια. Άρα έχουμε την ίδια δομή κάθε φορά που υπάρχει τραγούδι. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφέρουμε πως σπάνια, στην πιο «εκλεπτισμένη» μουσική, υπάρχουν ακριβείς επαναλήψεις μερών σε ένα κομμάτι. Έτσι και εδώ η επανάληψη της δομής γίνεται με παραλλαγή αυτής, κάτι όμως που δεν κρύβει την ομοιότητα των δύο. Για αυτό και συμβολίζουμε τα τραγουδιστικά μέρη σε αυτό το κομμάτι με το ίδιο γράμμα(b). Τέλος, η μελωδία εμφανίζεται συχνά-πυκνά στο κομμάτι όπως για παράδειγμα στην εισαγωγή(a), στην αρχή του Β(solo) αλλά και στην έξοδο(c). 
emerson_lake_and_palmer1Μπορούμε πολύ εύκολα να πούμε πως το κομμάτι είναι χτισμένο με δύο στοιχεία. Την βασική μελωδία (ας την πούμε τώρα Α) όπως στην εισαγωγή και στα τρία από τα τέσσερα μέρη του τραγουδιού και την κινητικότητα (ας την πούμε Β) όπως στην γέφυρα του τραγουδιού(b-και τις δύο φορές), στην έξοδο(c) και στην εισαγωγή(d). Άρα το πρώτο μέρος μπορεί να περιγραφεί ως εξής: (σε παρένθεση τα φωνητικά μέρη) ΑΑ(ΑΑBΒΑ)Α+bridge. Το δεύτερο μέρος (solo) είναι βασισμένο στο Α. Το τρίτο μέρος ΒΒ({ΑB}{ΑB}{B+solo}{ΑB})Β+blues. Εδώ νομίζω πώς η συμμετρία της δομής και η τριμερής δομή των δύο ακριανών μερών είναι ξεκάθαρη.

Ρυθμικά, το κάθε μέρος έχει τον δικό του ρυθμό και οι αλλαγές τους είναι αρκετά εμφανής. Το πρώτο μέρος είναι σε 4/4, το δεύτερο στα 5/4 και το τρίτο στα 6/4. 

Ενορχηστρωτικά έχουμε τρία όργανα (πλήκτρα, μπάσσο, drums) και μια φωνή. Στα πλήκτρα έχουμε τρεις διαφορετικούς ήχους (πιάνο, moog, hammond).

Αρμονικά, το κάθε μέρος έχει τον χαρακτήρα του. Μπορούμε να πούμε πως το πρώτο μέρος έχει ανατολικές αναφορές (φρυγικός τρόπος, ελαττωμένη κλίμακα), το δεύτερο πιο ευρωπαϊκές (ματζόρε κλίμακα) ενώ το τρίτο πιο αμερικάνικες (blues). 
Μια αξιοσημείωτη διαφορά εντοπίζεται επίσης στα τραγουδιστικά μέρη, τα οποία είναι εμφανώς πιο πολύπλοκα (αλλά και ενδιαφέροντα) από τα σολιστικά, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος όπου ακούμε μια πλούσια εναλλαγή συγχορδιών ενώ και τα δύο solos είναι χτισμένα πάνω σε μία μόνο συγχορδία. Βέβαια αυτό αντισταθμίζει την έντονη κινητικότητα στα τραγουδιστικά μέρη. Το κομμάτι τελειώνει με ένα cliché blues κλείσιμο.

Στιχουργικά το τραγούδι είναι ένα ερωτικό γράμμα αποχωρισμού σε απλή γλώσσα. Η διαμοίραση του στο πρώτο και τρίτο μέρος δείχνει μάλλον πως οι τρεις διαθέσεις του κομματιού ακολουθούν τις διαθέσεις του γράμματος.
 
Μαζεύοντας τα, παραθέτω μια λίστα με όλα τα στοιχεία (άλλα υπεβολικά, άλλα βάσιμα) που αποτρέπουν το κομμάτι να έχει άλλο όνομα έκτος από «Τριλογία»!

-3 μουσικοί
-3 ήχοι πλήκτρων
-3ο studio album
-3 μέρη
-3 μέρη σε κάθε μέρος
-3 διαφορετικοί ρυθμοί
-1 μελωδία + 2 solos
-3 διαθέσεις (φρυγική, ματζόρε, blues)

 

Προσωπικός σχολιασμός: 

Το Trilogy αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα της progressive rock σκηνής. Οι λόγοι είναι οι εξής: Μέσα σε 9 λεπτά έχει καταφέρει να περάσει στοιχεία από κλασσική, rock, blues και jazz μουσική αλλά και ανατολικές αναφορές. Η ποικιλία του βασίζεται στους διαφορετικούς ρυθμούς, στην εναλλαγή σολιστικών μερών με τραγουδιστικά αλλά και στις ενορχηστρωτικές εκπλήξεις. Εδώ όμως αρχίζει και η επιτήδευση. Η έκταση των solos (σύνολο γύρω στα 4 λεπτά!) σε συνδιασμό με την στασιμότητα της συνοδείας τους καθιστούν το κομμάτι πολύ κουραστικό αν φανταστούμε πως η βασική σύνθεση είναι 5 λεπτά. Υπάρχουν κομμάτια που τα εκτενή solos λειτουργουν. Εδώ δεν λειτουργούν! Δεν μένω στον εκνευριστικό ήχο του moog γιατί καταλαβαίνω πως για την εποχή του ήταν κάτι πολύ εντυπωσιακό. Η αρχική χρήση εξάλλου των synths ήταν για την προσομείωση ορχηστρικών οργάνων. Η επιτήδευση όμως δεν σταματάει εδώ. Υπάρχει μια αίσθηση πως ο Emerson θέλει να χωρέσει όλες του τις γνώσεις και δεξιοτεχνίες σε ένα κομμάτι. Λίγο πριν το τέλος έχεις την αίσθηση πως «τα έχει παίξει όλα». Και τότε έρχεται ο κεραυνός. Το blues κλείσιμο! Λες και όταν έφτασε σε εκείνο το σημείο συνειδητοποίησε πως το μόνο που δεν έχει παίξει σε αυτό το κομμάτι είναι blues. Και να το πιο cliché κλείσιμο στην blues μουσική. Αφήνω ένα παραθυράκι (ελπίδα) πως αυτό ήταν καθαρό χιούμορ, κάτι όμως που δεν συνήθιζαν. Υπάρχει η αίσθηση πως το Trilogy ήταν το πρώτο στάδιο δημιουργίας μεγάλης φόρμας και το δεύτερο ήταν το Karn Evil 9 (στο δίσκο «Brain Salad Surgery», 1973), όπου συναντάμε τις ίδιες υπερβολές όμως αυτή την φορά σε ένα κομμάτι 30 λεπτών! Σε αυτό το σημείο πρέπει να πω πως παραδόξως αυτά τα δύο κομμάτια είναι από τα αγαπημένα μου των ELP και ο λόγος είναι για τα συνθετικά μέρη. Το πρώτο μέρος του Trilogy για μένα είναι διαμάντι! Ακολουθεί ένα ξεσηκωτικό ρυθμικό πέρασμα προς το δέυτερο μέρος όπου ανεβάζει τις προσδοκίες στα ύψη αλλά η έκταση και στασιμότητα του solo σε κουράζουν. Έρχεται το τρίτο μέρος και οι προσδοκίες ανεβαίνουν πάλι αλλά στο καπάκι μπάινει και το δεύτερο solo που σε ισοπεδώνει. Το finale πλέον το ακούς γραφικό. 

Το Trilogy εμπεριέχει όλα όσα αγαπάω στο progressive rock αλλά και όλα όσα το έκαναν μισητό σε αυτούς που επέλεξαν να κρατήσουν μόνο τα αρνητικά του. Εγώ προφανώς δεν ανήκω σε αυτούς… 

Σημείωση: 

Τα jazz στοιχεία στο Trilogy μπορεί κανείς να τα καταλάβει στην live καταπληκτική διασκευή των Jad & Den Quintet και στον τρόπο που τα συνθετικά μέρη έχουν μείνει σχεδόν ανέπαφα.