Θυμόμαστε τον Ray Thomas

από τους Πάρη Γραβουνιώτη, Γιάννης Ζαβραδινό, Δημήτρη Καλτσά, Κώστα Μπάρμπα, Αλέξανδρο Τοπιντζή

Μετάφραση: Αλέξανδρος Μαντάς, Δημήτρης Καλτσάς

Η είδηση του θανάτου του Ray Thomas σκόρπισε θλίψη στους φίλους της rock μουσικής, ειδικά σε όσους αρέσκονται να ακούν την πρώιμη μορφή της μουσικής αυτής, πριν οι ταμπέλες και τα υποείδη της πολλαπλασιαστούν ανησυχητικά. Εξάλλου, οι Moody Blues ήταν από τους πρώτους και βασικούς υπεύθυνους για τη γέννηση αρκετών εξ αυτών. Μετά την απότομη και άκρως απροσδόκητη στροφή τους από το rhythm & blues στο συμφωνικό pop/rock που έμελλε να είναι ο προπομπός του art-rock και του progressive rock. Η μπάντα που ίδρυσε ο Thomas με τον Mike Pinder στο Birmingham απέκτησε ως ντράμερ των μάνατζερ της μπάντας, Graeme Edge, ενώ το σχήμα απέκτησε τη μορφή με την οποία έμεινε στην ιστορία με την προσθήκη του (παλιού γνώριμου των Thomas, Pinder) John Lodge και φυσικά του Justin Hayward.

Η πρωτοτυπία των Moody Blues δεν περιοριζόταν στο ύφος. Η χρήση του mellotron από τον Pinder είχε ανοίξει νέους ορίζοντες στην ενορχήστρωση (ο ίδιος το σύστησε στους Beatles), ενώ η δομή του πρώτου concept album μετέφερε το βάρος από τα singles στους ολοκληρωμένους δίσκους και θα τους το χρωστάμε αιώνια αυτό. Οι Moody Blues ήταν πιθανότατα η πρώτη μπάντα στην οποία και τα πέντε μέλη ήταν multi-instrumentalists, ενώ τέσσερις εξ αυτών έκαναν πρώτα φωνητικά σε όλους τους δίσκους. Ο Ray Thomas ήταν βέβαια ένας από αυτούς και η φωνή του αποτελεί μεγάλο κομμάτι της βαριάς κληρονομιάς των ‘Moodies’, όσο και οι υπέροχες μελωδίες από το φλάουτό του, ενώ επίσης έπαιζε πιάνο, κρουστά, σαξόφωνο, όμποε, γαλλικό κόρνο, φυσαρμόνικα και ξύλινα πνευστά. Το πλέον χαρακτηριστικό του ως δημιουργού ήταν ότι έκανε τα πρώτα φωνητικά σε όλα τα τραγούδια που έγραφε ο ίδιος. Το γεγονός αυτό μας έδωσε την ιδέα να γράψουμε για όλα αυτά τα κομμάτια στους επτά δίσκους των Moody Blues στο διάστημα 1967-1972, την χρυσή εποχή της μπάντας.


 

Το δεύτερο album των Moody Blues έχει εδραιωθεί στην συνείδηση των πολλών ως «ο δίσκος που έχει μέσα το Nights in White Satin» και βέβαια ως το άτυπο ντεμπούτο τους (είχε προηγηθεί το άγουρο r’n’b The Maginificent Moodies). Είναι αυτονόητο ότι το Days Of Future Passed είναι κάτι πολύ περισσότερο και πλέον θεωρείται ως μια από τις κορυφές της μουσικής στα 60s, με την συνεισφορά του Ray Thomas στην διαμόρφωση αυτού να είναι τεράστια, πέρα από τα εκτελεστικά καθήκοντα του στις συνθέσεις, αφού υπογράφει δύο από τα επτά κομμάτια. Στο Another Morning θα αναγνωρίσετε μία από τις πιο χαρακτηριστικές μελωδίες σε φλάουτο που έχουν γραφτεί ποτέ (θα σας θυμίσει έντονα κάποιο μουσικό θέμα από ελληνική ταινία της εποχής). Ο ρυθμός αυτός σε συνδυασμό με τους στίχους αποδίδει εξαιρετικά την θετική ενέργεια ενός παιδιού για την νέα ημέρα, ένα καλοκαιρινό πρωινό, περνώντας στον ακροατή με εκπληκτικό τρόπο την εικόνα αυτή. Το κινηματογραφικό reprise στο τέλος της σύνθεσης, μόνο ως ωδή στην τελειότητα κρίνεται.  Αντίθετα, το Twilight Time (ως δεύτερο μέρος του κομματιού Evening) διαθέτει ένα υπέροχα υπερβατικό beat, που πηγάζει από τις r’n’b καταβολές του μουσικού και σίγουρα αποτελεί μια από τις ιδιαίτερες στιγμές του δίσκου, αφού κινείται μακριά από την ζεύξη με την ορχηστρική μουσική. Η παρουσία του ακριβώς πριν το Nights in White Satin κρίνεται καίρια και απολύτως επιτυχής, αφού έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον έντονο ρομαντισμό της θρυλικής σύνθεσης και ουσιαστικά ολοκληρώνει το concept.

Μετά την εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία του φιλόδοξου εγχειρήματος Days of Future Passed που σηματοδότησε εκτός άλλων και τον επαναπροσδιορισμό τους, οι Moodies χωρίς να χρονοτριβούν θέτουν υψηλότερους στόχους όσον αφορά την σύνθεση και ενορχήστρωση. Προτεραιότητα τους η ηχητική  αυτονομία οπού απαλλαγμένοι πλέον από την εξάρτηση της ορχήστρας, η παραμυθένια μεγαλοπρέπεια και οι αναφορές στην κλασσική μουσική ανατίθενται εξ’ολοκλήρου στον Mike Pinder και το επιβλητικό mellotron που γίνεται σήμα κατατεθέν τους. Eγένετο λοιπόν το In Search of the Lost Chord με την ίδια δοκιμασμένη συνταγή. Κάθε μέλος παραθέτει την δική του σύνθεση και μέσα από την συλλογική αφομοίωση εντάσσεται στο εκάστοτε concept, εδώ η πνευματική αναζήτηση και η πλήρωση που ήταν και το ζητούμενο της εποχής. Η συνεισφορά του Ray Thomas εδώ υπερπολύτιμη. Δύο λαμπρά κομμάτια που ακτινοβολούν από έμπνευση και συναίσθημα. Το Dr. Livingstone, I Presume αντικατοπτρίζει την δίψα του εξερευνητή για εσωτερικότητα που παραμένει ασίγαστη ενώ έχει γνωρίσει τα θαύματα του κόσμου. Το Legend of a Mind, ένα πολυεπίπεδο κομψοτέχνημα με ένα πανέμορφο σόλο στο φλάουτο, πραγματεύεται τους πειραματισμούς του Timothy Leary ταυτισμένοι συνειρμικά με το μυστικιστικό περιεχόμενο του Tibetian Book of the Dead και την κυρίαρχη ψυχεδελική αισθητική . Όλα αυτά βέβαια λίγο πριν το κατώφλι του επόμενου ονείρου…

 

Μετά από τα δύο αριστουργήματα που προηγήθηκαν, το On the Threshold of a Dream έρχεται για να τους απομακρύνει από την βρετανική ψυχεδέλεια, παρόλο που θα κρατήσουν βασικά χαρακτηριστικά αυτού του ήχου. Εδώ αποκρυσταλλώνεται πλήρως το τόσο αναγνωρίσιμο στυλ τους και η δεινότητά τους στο songwriting, με ένα πολύ χαλαρό και easy-going τρόπο. Τα κομμάτια που συνθέτει εδώ ο Thomas λάμπουν μέσα στο γενικό σύνολο και αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της έντονης βρετανικότητας που αποπνέουν τα αυλάκια κάθε δίσκου των Moodies. Το Dear Diary αποτελεί μια κριτική στον φρενήρη σύγχρονο τρόπο ζωής. Η ψυχεδέλεια δίνεται μέσω του εφέ της φωνής, ενώ το φλάουτο αποτελεί χαρακτηριστικό του πρώιμου progressive rock ήχου. Στα ίδια laid-back μονοπάτια το Lazy Day αποτελεί το απόλυτο background ενός χαλαρού κυριακάτικου απογεύματος. Και τα δύο κομμάτια είναι πολύ κοντά σε αυτό που αργότερα θα ονομαστεί art-rock ή και art-pop. Τέλος, στο Are You Sitting Comfortably? που συνυπογράφει με τον Justin Hayward, η φώνη του Hayward μπλέκεται αριστοτεχνικά με το φλάουτο του Thomas, δημιουργώντας ένα υπέροχο ατμοσφαιρικό κομμάτι με θέμα τον Βασιλιά Αρθούρο και το Κάμελοτ. Πρόκειται για τρία από τα κορυφαία κομμάτια ενός σπουδαίου δίσκου.

 

Δίχως να απολαμβάνει την καθολική αποδοχή του Days of Future Passed, το To Our Children’s Children’s Children συγκαταλέγεται με άνεση στα κορυφαία δημιουργήματα των Βρετανών θρύλων. Όντας το πρώτο album που κυκλοφόρησε υπό τη στέγη της δική τους εταιρείας ονόματι Threshold  και με ένα space concept επηρεασμένο από το επίκαιρο την εποχή εκείνη θέμα της επανδρωμένης αποστολής στη Σελήνη, ο πέμπτος studio δίσκος των Moody Blues περιλαμβάνει πανέμορφα κομμάτια εναρμονισμένα στο πνεύμα της εποχής, γεμάτα με εμπνευσμένες μελωδίες και έντονη νοσταλγική διάθεση. Τρία από αυτά αποτελούν συνθέσεις του Ray Thomas. Το Floating είναι μία psych-pop μπαλάντα μικρής διάρκειας βγαλμένη από τις καλύτερες στιγμές της 60s τραγουδοποιΐας. Από την άλλη, στο Eternity Road, τα Mellotron χαλιά του Mike Pinder, οι πινελιές του φλάουτου του Ray Thomas σε συνδυασμό με τα κιθαριστικά αρπίσματα και τις εξαιρετικές φωνητικές γραμμές του Justin Hayward απογειώνουν το κομμάτι σε δυσθεώρητα ύψη. Τέλος, το Watching and Waiting (σύνθεση των Hayward / Thomas) υπήρξε και το μοναδικό single που κυκλοφόρησε από τον εν λόγω δίσκο, με την εμπορική του αποτυχία να απογοητεύει τότε τα μέλη του συγκροτήματος. Ωστόσο, οι ομοιότητες στην ατμόσφαιρα με το πιο γνωστό κομμάτι τους (Nights in White Satin) δεν μειώνουν στο ελάχιστο την αξία αυτού του μαγικού κομματιού που κλείνει μοναδικά το δίσκο.

 

Μετά από πέντε δίσκους στα 60s, οι Μοοdy Blues έκαναν μία ακόμα γενναία στροφή στον ήχο τους μπαίνοντας στα 70s, αφαιρώντας το ψυχεδελικό χρώμα από τον ήχο τους σχεδόν εξολοκλήρου στο έκτο τους album, το απόλυτα επιτυχημένο A Question of Balance (νο.1 στη Μ. Βρετανία και νο.3 στις Η.Π.Α.). Ο δίσκος συνολικά υπολείπεται ποιοτικά των προηγούμενων τεσσάρων, ενώ έμεινε γνωστός για το εναρκτήριο Question του Justin Hayward. Η συνεισφορά του Thomas εδώ είναι κυρίως το And the Tide Rushes In στο οποίο τραγουδά αλλά δεν παίζει φλάουτο. Πρόκειται για ένα δομικά απλό, μελαγχολικό κομμάτι με αλληγορικούς στίχους που έγραψε μετά από έναν τσακωμό με τη γυναίκα του, ένα από τα καλύτερα κομμάτια με ένα από τα πλέον αγαπημένα ρεφρέν στον δίσκο και υπέροχη ακουστική κιθάρα από τον Hayward. Εδώ ο Thomas έγραψε και το The Balance μαζί με τον Edge, ένα κομμάτι το οποίο χαρακτηρίζεται από την απαγγελία του Pinder.

Λιγότερο από ένα χρόνο μετά, το Every Good Boy Deserves Favour είδε το φως και αποτέλεσε ακόμα μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία (νο.1 στη Μ. Βρετανία και νο.2 στις Η.Π.Α.). Το album είναι πιθανότατα κατά τι ανώτερο του προηγούμενου και σημαντικό ρόλο σε αυτό παίζει φυσικά το superhit The Story in Your Eyes και ακόμα περισσότερο το Procession, ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της μπάντας και το μοναδικό που συνέγραψαν και οι πέντε, στο οποίο ο Thomas τραγουδά και απαγγέλλει. Τα δύο παραπάνω κομμάτια ακολουθεί το Our Guessing Game, μία από τις κορυφαίες συνθέσεις του Thomas, ο οποίος το ερμηνεύει καταπληκτικά. Η δεύτερη αμιγώς δική του σύνθεση στο album είναι το Nice to Be Here, στο οποίο συνοψίζεται άψογα η moodies pop σε ένα χαρακτηριστικά βρετανικό χαρούμενο κομμάτι που καταφέρνει να μην ακούγεται παρωχημένο (αν και στυλιστικά ίσως θα «έπρεπε» να είναι).

Το ίδιο ισχύει πιθανότατα και για το For My Lady, το μοναδικό κομμάτι του Thomas στο Seventh Sojourn, το τελευταίο album της χρυσής εποχής της μπάντας. Το συγκεκριμένο είναι από τα πιο γνωστά κομμάτια του Ray Thomas, το οποίο ήταν και b-side στο single I’m Just a Singer (In a Rock and Roll Band), ένας ύμνος αγάπης που από την κυκλοφορία του αποτέλεσε αγαπημένο των οπαδών της μπάντας, καθώς αποδίδονταν ζωντανά με τη συνοδεία ορχήστρας, λόγω της πολύπλοκης ενορχήστρωσής του εξαρχής.

Συνολικά, η προσφορά του Ray Thomas στον θρύλο των Moody Blues ήταν τεράστια και το προσωπικό του συνθετικό αποτύπωμα ξεχωριστό, ιδιαίτερο και χαρακτηριστικό ενός σπουδαίου μουσικού. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, ο Thomas δικαιωματικά ανήκει στους τρεις σημαντικότερους φλαουτίστες συνθέτες από καταβολής rock μουσικής.