Η σκηνή του Canterbury μέσα από 12 epics

Εισαγωγή: Δημήτρης Καλτσάς
Μετάφραση: Αλέξανδρος Μαντάς

Stencil του Robert Wyatt σε τοίχο στην Dover St. στο Canterbury, ακριβώς δίπλα από το κτίριο που ήταν το The Beehive club, όπου οι The Wilde Flowers έπαιξαν ζωντανά 8 φορές στο διάστημα 1965-1967.

Η σκηνή του Canterbury αποτελεί την αγαπημένη ηχητική λεπτομέρεια για κάθε λάτρη του progressive rock. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, αυτό που ξεκίνησε με τους θρυλικούς Wilde Flowers το μακρινό 1964 και αργότερα μετουσιώθηκε σε ένα μουσικό υποείδος, είναι ένα μοναδικό φαινόμενο για τη rock μουσική, δεδομένων των πολύ στενών γεωγραφικών ορίων μιας πόλης μόλις 55000 κατοίκων στο Kent, στο ΝΑ άκρο της Αγγλίας. Προφανώς η αναζήτηση νομοτελειακής ερμηνείας είναι μάταιη. Αυτό που συνέβη στα 70s στο Canterbury ήταν μια ευτυχέστατη συγκυρία υπερσυγκέντρωσης ταλέντου και προσωπικότητας σε μία εποχή που ευνοούσε κάθε δημιουργικό πειραματισμό, ειδικά όταν επρόκειτο για μίξη καλλιτεχνικών πρώτων υλών. Η ηχητική πολυσυλλεκτικότητα, η ακατάπαυστη εκτελεστική ροή, το καυστικό χιούμορ φιλτραρισμένο με όξινο jazz / fusion, η μίξη της βρετανικής γλυκύτητας με την avant-garde σκοτεινιά και η κατάργηση των δομικών συμβάσεων αποτελούν τυπικά χαρακτηριστικά της Canterbury ήχου, αλλά εν προκειμένω οι περιγραφές υστερούν κατά πολύ της ηχητικής εμπειρίας.

Για να αναλύσουμε και να μοιραστούμε την αγάπη μας για τον ήχο αυτό που ξεχωρίζει από οτιδήποτε άλλο, δώσαμε βάση σε prog epics άνω των 10 λεπτών που ξεχωρίζουν για την πρωτοποριακότητα, την τόλμη και την ανάπτυξη όλων των στοιχείων που χαρακτηρίζουν τη σκηνή του Canterbury. Μια σκηνή, η οποία γρήγορα ξέφυγε από τα βρετανικά σύνορα και βρήκε άξιους και γνήσιους εκπροσώπους της στην υπόλοιπη Ευρώπη και όχι μόνο.


 


Soft Machine – Slightly All the Time

Αδύνατο να αναλογιστεί κανείς την ηχητική παρακαταθήκη του Canterbury δίχως την καταλυτική συνεισφορά των Soft Machine. Το δε Slightly All The Time αποτυπώνει μία από τις κορυφώσεις της αυτοσχεδιαστικής τους τεχνοτροπίας, που ήρθε στο φως απολαυστικότερα από ποτέ με το τρίτο τους κατά σειρά άλμπουμ, Third.
Πρόκειται για μια 18λεπτη και βάλε σύνθεση, η οποία εν έτει 1970 φέρει μέσα της την αγάπη του εν λόγω βρετανικού σχήματος για το αντάμωμα εκφάνσεων της jazz και της rock, μέσα από ένα ψυχεδελικό πρίσμα. Σε αγαστή συνάφεια με τα όσα διαδραματίστηκαν λίγους μήνες νωρίτερα στο ξέφρενο jazz-fusion παρανάλωμα του Bitches Brew από τον Miles Davis και την κομπανία του, η τετράδα των Mike Ratledge, Hugh Hopper, Robert Wyatt και Elton Dean, προχωρά σε ένα τριπαριστό γαϊτανάκι που απαρτίζεται πηγαία από ποικιλομορφία και πολυπλοκότητα.

Στην ουσία, στα αυτιά μας φτάνει ένα medley τριών κομματιών (Noisette, Backwards, Noisette Reprise) που δρα εκστατικά σαν ενιαία καλλιτεχνική οντότητα και παρουσιάζει ένα καθόλα προοδευτικό γκρουπ με ισόποσες δόσεις ωριμότητας, ψυχής και εκφραστικότητας. Ο Ratledge δίνει το στίγμα του τόσο με τη ρυθμιστική ισχύ του πιάνου του, όσο και με τις φαζαριστές συχνότητες του οργάνου του, οι Hopper και Wyatt συνδράμουν με μια υπέροχα groovy ρυθμολογία, ενόσω ο Dean μεταφέρει τις αισθαντικές ωδές του σαξοφώνου του. Σε τρομπόνι και κλαρινέτο συμβάλλουν κατάλληλα οι Nick Evans και Jimmy Hastings αντιστοίχως, και ανάμεσα στο έκτο και το όγδοο λεπτό του κομματιού που τα πνευστά συντονίζουν τις χαρισματικές τους μελωδικότητες, ο χρόνος παγώνει μονομιάς.

Παναγιώτης Σταθόπουλος

 

 

Egg – Long Piece No. 3

Ο Dave Stewart αποτελεί μία τεράστια μορφή των πλήκτρων για το Canterbury και το progressive rock γενικότερα. Οι Egg ήταν η μοναδική μπάντα στην οποία υπήρξε ξεκάθαρος leader, ενώ το The Polite Force ήταν κατά γενική ομολογία το καλύτερό τους πόνημα. Το Long Piece No. 3 εκτείνεται σε όλη τη δεύτερη πλευρά του βινυλίου και κονταροχτυπιέται με το εναρκτήριο A Visit to Newport Hospital για τον τίτλο της καλύτερης σύνθεσης του δίσκου. Ο χωρισμός του σε τέσσερα κομμάτια δεν επηρεάζει ιδιαίτερα την συνθετική ομοιογένεια, αφού έτσι και αλλιώς η περιπετειώδης εξέλιξη και οι πολλές αλλαγές είναι τα βασικά του χαρακτηριστικά. Οι Egg υπήρξαν τρίο μπάσου, ντραμς και πλήκτρων, κάτι που σίγουρα φέρνει στο μυαλό τους ELP. Παρόλα αυτά οι πολλές jazz επιρροές μέσω του Canterbury ήχου τους διαφοροποιούν αρκετά. Στο Long Piece No. 3 οι αντισυμβατικοί ρυθμοί των Campbell και Brooks και οι πολλές αλλαγές αυτών, τραβούν αμέσως την προσοχή του ακροατή. Αυτό όμως που κάνει την μεγαλύτερη εντύπωση είναι οι ήχοι που βγαίνουν από τα πλήκτρα του Stewart. Χρησιμοποιώντας Hammond όργανο, tone generator και orchestron (παραλλαγή του mellotron) καταφέρνει να χρωματίσει τη σύνθεση ανάλογα με την εξέλιξη της. Από «απαλές μελωδίες» περνάει σε πιο progressive à la Keith Emerson θέματα και τέλος φτάνει να δημιουργήσει, ελλείψει κιθάρας, σκληρότατα και fuzz-αρισμένα keyboard riffs, όπως αυτό που κλείνει το κομμάτι και ακούγεται αρκετά φουτουριστικό για την εποχή του. Την έλλειψη κιθάρας δεν παραλείπει βέβαια να καλύψει σε κάποια σημεία με εντυπωσιακό αποτέλεσμα και ο Mont Campbell. Συμπερασματικά, το Long Piece No. 3 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα progressive rock κομματιού με έντονο τον αέρα της σκηνής του Canterbury.

Κώστας Μπάρμπας

 

 
Caravan – Nine Feet Underground

Δεν υπάρχει ούτε ένας οπαδός του progressive που να μην αναγνωρίζει το εξώφυλλο που κοσμεί το τρίτο και κορυφαίο album των Caravan, με την Tolkien-ική γκριζο-ροζ χώρα. Το line-up των Richard Coughlan, Pye Hastings, Richard Sinclair και David Sinclair το 1971 δημιούργησε έναν από τους πιο σημαντικούς δίσκους του προοδευτικού rock, πρωτοστατώντας ήδη στη δημιουργία του ήχου της σκηνής του Canterbury.

Η δεύτερη πλευρά του In the Land of Grey and Pink καταλαμβάνεται από την σουίτα Nine Feet Underground, που αποτελείται από οκτώ μέρη και παρά τα 22 λεπτά που διαρκεί, αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή τραγούδια της μπάντας έως σήμερα. Το κομμάτι, που είναι έμπνευση και τόπος ανάδειξης του κημπορντίστα David Sinclair, είναι κατά βάση ορχηστρικό με μόνο τα δύο του μέρη να περιέχουν στίχους που τραγουδούν οι Pye Hastings (II. Love’s a Friend) και Richard Sinclair (VII. Disassociation). Αν και ποτέ μου δεν μπόρεσα να κάνω τη σύνδεση μεταξύ του τίτλου και των –ακόμα πιο αλλόκοτων– επιμέρους τίτλων, τόσο η μελωδία, όσο και τα λόγια παραπέμπουν σε ένα άσμα αφιερωμένο στην άνθρωπο και στην αναζήτηση της προσωπικής ευτυχίας. Μετά την παιχνιδιάρικη, χαλαρή εισαγωγή (I. Nigel Blows a Tune), ο ακροατής περνά ομαλά στο 2ο μέρος και σε ένα από τα πιο feelgood μέρη που έχουν γράψει ποτέ οι Caravan, ενώ το προτελευταίο μέρος που ερμηνεύει ο R. Sinclair είναι από τα πιο όμορφα, γλυκόπικρα σημεία του δίσκου, όπου το απτό είναι ταυτόχρονα και άφταστο (There’s a place where I can go/ Where I listen to the wind singing…).

Λίλα Γκατζιούρα

 

 

Supersister – Energy (Out Of Future)

Ένα διστακτικό ξεκίνημα, που ίσα που προσπαθεί να βρει ρυθμό έτσι ώστε να πατήσουν τα πρώτα πνευστά, μέχρι ένα οργιώδες μα και μυστηριακό κλείσιμο. Όλο το ενδιάμεσο είναι ένα ταξίδι πάνω στον αφρό του πελώριου κύματος της progressive rock. Κάπως έτσι θα μπορούσε το αριστούργημα των Ολλανδών Supersister, Energy. Αποτελώντας χαρακτηριστικό δείγμα τόσο του προοδευτικού ήχου όσο και του -γειτονικού σχεδόν- Canterbury ιδιώματος, το Energy των Supersister είναι αναμφίβολα από τα κομμάτια που έχουν τιμή να μπορούν να χαρακτηριστούν ως εν δυνάμει video clip μιας ολόκληρης σκηνής και εποχής. Πράγματι, μέσα στο 16λεπτο έπος των βόρειο-Ευρωπαίων μπορεί να βρει κανείς τα πάντα: τρομακτικά drum solo, μελωδικά φωνητικά, συμφωνικά τμήματα βγαλμένα από τις καλύτερες στιγμές των Genesis, έως και σαρκαστικές στιγμές που θυμίζουν τους «συναδέλφους» Gong.

Άξιοι εκπρόσωποι μιας πραγματικά μεγάλης σκηνής, οι Supersister κατάφεραν να δημιουργήσουν κομμάτια που το ενεργειακό τους φορτίο παράγει αποτελέσματα ακόμα και σήμερα. Ίσως το πιο εξωφρενικό με το Energy να είναι ο τρόπους που κλείνει, «μυστηριακό» τον είπαμε παραπάνω. Αυτό το τελευταίο 3λεπτο, ambient σε σπερματοειδή μορφή θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς, φαίνεται ότι ήταν σε ανοιχτή γραμμή με Γερμανία. Λόγω γεωγραφικής θέσης της Ολλανδίας; Πιθανώς. Ανέκαθεν άλλωστε μεταξύ αγγλοσαξονικού και ηπειρωτικού προτύπου, αυτή η εκκεντρική επιτηδευμένη ενσωμάτωση πολλών στοιχείων των Supersister μπορεί να εξηγηθεί αν θυμηθούμε το ευφυολόγημα «ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο και οι Ολλανδοί την Ολλανδία».

Δημήτρης Καστρίτης

 

 
Moving Gelatine Plates – The World of Genius Hans

Οι MGP, μια τετραμελής μπάντα με καλεσμένους σe organ και φωνητικά, συνεισέφεραν στη σκηνή του Canterbury με δύο εξαιρετικά albums και κατάφεραν να καθιερωθούν στο μουσικό ιδίωμα επιτυχώς με μη συμβατικό τρόπο. Δεδομένου ότι εκείνο τον καιρό η γαλλική avant-garde prog σκηνή ήταν σε άνθιση, οι MGP αποτέλεσαν μια λαμπρή εξαίρεση.

Το εξώφυλλο του album είναι κλασικό στην ιστορία του prog και αποδίδεται στην αίσθηση του χιούμορ τους, όπως και το όνομά τους, εμπνευσμένο από μια φράση που έπεσε πάνω της ο Coulon καθώς διάβαζε Steinbeck. Σε μουσικό επίπεδο, το κουαρτέτο καταφέρνει να συνδυάσει τη μαυρίλα του πειραματισμού του avant-garde και του prog-fusion που κυριαρχούσαν στη Γαλλία εκείνη την εποχή με το παιχνιδιάρικο πνεύμα της σκηνής του Canterbury. Το The World of Genius Hans ξεχωρίζει πέρα κάθε αμφιβολία ως σήμα κατατεθέν του ήχου τους. Οι ταχύτητες αλλάζουν κατά καιρούς, δημιουργώντας μια πολύπλοκη δομή εναλλασσόμενων ρυθμών, έχοντας ωστόσο ως αποτέλεσμα ένα αριστούργημα με συνοχή. Ένα παζάρι μουσικών πειραματισμών και τέλειων ενορχηστρώσεων λαμβάνει μέρος, ισορροπώντας με επιτυχία σε υψηλό μουσικό επίπεδο. Το fuzzy μπάσο του Didier Thibault ακούγεται επιθετικό και μαζί με τις κιθάρες κάνουν μια εξαιρετική δουλειά, δημιουργώντας ένα κομμάτι που κυλάει στρωτά και το οποίο κατά καιρούς groove-άρει. Μελωδικό και όμως επιθετικό, αυτό το αραβούργημα ακούγεται ως ένα ευχάριστο όργιο στα αυτιά του έμπειρου ακροατή.

Κοιτώντας πίσω, 45 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το The World of Genius Hans δικαίως θεωρείται ως ένα από τα πιο εμπνευσμένα, εξαιρετικά επικά prog κομμάτια της Canterbury σκηνής που περιμένει νέους ακροατές να το ανακαλύψουν.

Ντίνα Δέδε

 
Pantheon – Orion

Οι ιστορικές αδικίες στην προοδευτική μουσική είναι ένα συχνό φαινόμενο που κεντρίζει το ενδιαφέρον κάθε οπαδού του ήχου αυτού. Όχι, το Orion –το μοναδικό album των Ολλανδών Pantheon- δεν ανήκει στα κορυφαία του Canterbury ήχου, αλλά η αδιαμφισβήτητη αξία του είναι το δίχως άλλο παραγνωρισμένη, και ειδικότερα αυτή του ομώνυμου prog epic που εκτείνεται σε ολόκληρη τη β’ πλευρά του βινυλίου και διαρκεί 19,5 απολαυστικά λεπτά. Το χαλαρό, τυπικό Canterbury ξεκίνημα με το σαξόφωνο και το φλάουτο του Hans Boer εναλλάσσεται με εκκλησιαστικά φωνητικά οδηγώντας σε μία από τις προσωπικές μου αγαπημένες Canterbury μελωδίες από τα πλήκτρα του αποκλειστικού συνθέτη της μπάντας Ruud Woutersen (στο 4ο λεπτό). Μετά τους ελάχιστους στίχους (του κομματιού και του δίσκου), περίπου στη μέση, οι ταχύτητες αυξάνονται και το κουαρτέτο ξετυλίγει υπέροχα τις τεχνικές του ικανότητες του στο πιο απρόβλεπτο και απελευθερωμένο τμήμα του Orion, πριν την επαναφορά στην αρχική χαλαρή μελωδία που αποτελεί και το ιδανικό κλείσιμο. Η ασυνήθιστη -για Canterbury- δομική αυστηρότητα που συγγενεύει με τον πιο συμφωνικό prog ήχο, εδώ συνδυάζεται ιδανικά με την jazzy εκφραστική ελευθερία, όπως και στο έτερο epic του δίσκου, το μεγαλειώδες 11λεπτο Apocalyps.

Οι Pantheon, αφού υπήρξαν support των Steve Miller Band, των Mungo Jerry και φυσικά των ομοεθνών τους Focus και Solution, διαλύθηκαν αφήνοντάς μας μόνο ένα album και παραμένοντας αγνοημένοι ή υποτιμημένοι από τους περισσότερους στην κουβέντα για τη σκηνή του Canterbury ή το ολλανδικό prog. Καθώς η δεύτερη πλευρά του Orion επαναλαμβάνεται αέναα, διαπιστώνει κανείς πόσο όμορφο είναι μερικές φορές να ανήκεις στη μειοψηφία…      

Δημήτρης Καλτσάς

 

 

Hatfield and the North – Mumps

Στους Hatfield and the North ενσαρκώνεται το καλλιτεχνικό απαύγασμα της σκηνής του Canterbury: η δημιουργία τους συνίσταται σε καλλιτέχνες οι οποίοι είχαν ήδη πρωτοστατήσει στη σκηνή και συμπύκνωναν το progressive rock σε πιο British fusion τεχνοτροπίες. Αν το ομότιτλο album του 1973 ήταν αριστουργηματικό, το αμέσως επόμενο υπερέβαινε ακόμα περισσότερο σε καλλιτεχνική και συνθετική δεινότητα, όντας ένα υπερπολύτιμο κόσμημα του προοδευτικού 70s ήχου και ένα από τα αρτιότερα albums της Canterbury σκηνής. Η επί μέρους ενασχόλησή μας με τη μπάντα θα εξαντληθεί στο 20λεπτo Mumps, το κύκνειο άσμα των Βρετανών μιας και πρόκειται για την ακροτελεύτια στιγμή του The Rotters’ Club, του δεύτερου και τελευταίου full length δίσκου των Hatfield and the North το οποίο κυκλοφόρησε το 1975.

Πρόκειται περί ενός πολυσύνθετου ηχητικού οικοδομήματος διαιρεμένου σε τέσσερα μέρη, ενδεδυμένου με jazz μανδύα -ύφος το οποίο είχαν οικειοποιηθεί οι μπάντες της σκηνής- ένα πομπώδες έπος όπου οι In the Land of Grey and Pink αναφορές, ελέω Richard Sinclair (το Mumps μπορεί κάλλιστα να αντιπαραβάλλει το Nine Feet Underground των Caravan, σύνθεση των Hastings – Sinclair) κλιμακώνονται όσο το κομμάτι κυλά. Η διάρκειά του όχι απλά δεν προκαλεί ραθυμία στον ακροατή αλλά τον υποτάσσει με την έλλογη αφαιρετικότητά του, όπου αυτοπραγματώνεται το ελεγειακό British progressive rock δια μέσω των αδιόρατων prog/jazz τεχνοτροπιών. Το ρεσιτάλ καλλιτεχνικής ευφυΐας αντιδιαστέλει τον οιονδήποτε φορμαλισμό: το Mumps υποστασιάζει την έμμουση ελευθερία όπου η δοτικότητα του καλλιτέχνη γίνεται αφορμή κοινωνούμενης εμπειρίας. Τραγούδι έκπαγλου κάλλους και ρέουσας prog αισθητικής.

Θωμάς Σαρακίντσης

 

 

Steve Hillage – Solar Musick Suite

Ως “νιούφις” η περεταίρω έρευνα στον κόσμο της Canterbury έγινε μέσω της συναυλίας των Gong στο Gagarin, που δεν έγινε ποτέ. Έτσι μετά την μαγεία που λέγεται “Radio Gnome Invisible Vol1-2-3” φτάσαμε αρκετά γρήγορα στον πρώτο προσωπικό δίσκο του Steve Hillage. To Fish Rising γεννήθηκε όταν ο Hillage αποφάσισε ότι δεν μπορεί να διαδεχθεί τον Daevid Allen ως leader της μπάντας οπότε μαζί με μέλη των Gong ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο. Το επικό Solar Musick Suite ανοίγει το δίσκο και δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τη διορατικότητα και την συνθετική αντίληψη του Hillage. Το χαρακτηριστικό ύφος και η εξέλιξη του ήχου της Canterbury φαίνεται στο κομμάτι αφού αναμιγνύει τους πρώιμους ψυχεδελικούς ήχους (με κινητήριο μοχλό τον Dave Stewart), με το πιο αυτοσχεδιαστικό Jazz rock μέρος με τον Hillage να αναπτύσσει τον ήχο του. 

Στα σχεδόν 17 λεπτά του ο Hillage ξεδιπλώνει την κιθαριστική του ευφυΐα η οποία συνοδεύεται από την διαστημική ατμόσφαιρα που υφαίνουν τα synths του Tim Blake και το organ του Dave Stewart. Το κομμάτι αρχίζει σε χαλαρούς ρυθμούς και σιγά σιγά με τον Hillage οδηγό το τέμπο ανεβαίνει. Στο δεύτερο μέρος Canterbury Sunrise τα πράγματα γίνονται πιο διαστημικά με τον ήχο να γίνεται διαδοχικά όλο και πιο πλούσιος και ψυχεδελικός στο τρίτο μέρος, Hiram Afterglid Meets the Dervish. Το κομμάτι φτάνει στο peak του γύρω στο 13ο λεπτό και στο τέλος επιστρέφει στον αρχικό πιο χαλαρό ρυθμό με τον Hillage στα φωνητικά.

Λευτέρης Σταθάρας

 

 

Cos – L’ Idiot Leon

Αν και στοιχειοθετημένοι στη σκηνή του Canterbury, οι Cos φλερτάρουν έντονα με το μυστικισμό των Magma, κάτι που είναι ξεκάθαρο στο L’ Idiot Leon. Ενώ το ηχητικό αποτύπωμα σαφώς κατατάσσει το κομμάτι στα mid-70’s, τόσο η παραγωγή όσο και η χαρακτηριστική φρεσκάδα που διακατέχει την καλλιτεχνική έκφραση των Cos τους τοποθετεί αβίαστα στη μουσική επικαιρότητα του σήμερα και μάλιστα ως trend.

Η παραμυθένια φωνή της Pascale Son προσδίδει μία απαράμιλλη παιδικότητα και αποτελεί αδιαμφισβήτητα το σημείο αναφοράς. Από εκεί και πέρα, η minimal κιθαριστική προσέγγιση του Daniel Schell ξεχωρίζει στην ευρηματική ενορχήστρωση, όπου μέσα από τις εναλλαγές των μουσικών φράσεων, πάνω στα jazzy, σχεδόν υπνωτιστικά τύμπανα και το μπάσο το οποίο «διατάζει» χαμηλοφώνως υφαίνεται η σουρεάλ -αν μη τι άλλo- ιστορία του χαζού λιονταριού. Χωρίς έντονες κορυφώσεις και υψηλής οξύτητας παίξιμο, αλλά με κάποια απαλά «σκουντήματα» μέσα σε ένα γλυκό νανούρισμα έντεκα λεπτών (10:59) μοναδικό στο είδος.

Το Viva Boma των Βέλγων Cos το οποίο κυκλοφόρησε το 1976 είναι ο δίσκος που όταν ανακαλύψει ο hipster φίλος σου, θα αναγκαστεί να τα παρατήσει όλα για να πάει στις Άλπεις για να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του ως κατσίκα. Το L’ Idiot Leon είναι ίσως το καλύτερο κομμάτι του.

Ηλίας Γουμάγιας

 

Picchio Dal Pozzo – Seppia

Η μουσική κληρονομιά της σκηνής του Canterbury που άνθισε κυρίως στα early 70s δεν ήταν δυνατόν να επηρεάσει μόνο τα βρετανικά σχήματα. Ένα από τα σημαντικότερα σχήματα εκτός Μεγάλης Βρετανίας υπήρξαν και οι Ιταλοί Picchio Dal Pozzo, κάνοντας αίσθηση μιας και το μεγάλο ατού της ιταλικής σκηνής ήταν ανέκαθεν το symphonic prog. Μέσα από το εξαιρετικό τους ομώνυμο ντεμπούτο του 1976 ξεχωρίζει η δεκάλεπτη σουίτα Seppia, η οποία χωρίζεται σε τρία μέρη, τα Sottotitolo, Frescrofresco και Rusf. Η τετραμελής μπάντα με την πολύτιμη συμβολή ακόμη έξι μουσικών guests, καταφέρνει να συνδυάσει  την μοναδική μίξη jazz και ψυχεδέλειας που χαρακτήρισε το Canterbury με την avant-garde αισθητική. Στα πρώτα δύο λεπτά ακούμε μία επαναλαμβανόμενη μελωδία στα πλήκτρα την οποία σταδιακά συνοδεύουν τα πνευστά, μέχρι να ακολουθήσει ένα σκοτεινό riff, με τους trippy πειραματισμούς στα πλήκτρα, στα κρουστά και στα φωνητικά ταυτόχρονα να μας βάζουν για τα καλά στο avant-prog πνεύμα των Ιταλών. Μια απότομη αλλαγή στο 6ο περίπου λεπτό της σύνθεσης που χαρακτηρίζεται από το δίπολο φλάουτου-ξυλόφωνου, ακολουθείται από μία όμορφη κιθαριστική μελωδία η οποία με την βοήθεια των απαγγελτικών φωνητικών και των jazzy horns και percussion κλείνει με τον πλέον ντελικάτο τρόπο μία από τις κορυφαίες στιγμές του Canterbury ήχου. Αξίζει να επισημανθεί πως ολόκληρος ο δίσκος στέκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο και προτείνεται ανεπιφύλακτα.

Πάρης Γραβουνιώτης

 

National Health – Squarer For Maud

H σημαντικότερη συνεισφορά του John Greaves στο Of Queues And Cures κατά την ένταξή του στους National Health. Η προϋπηρεσία του στους Henry Cow έφερε το avant-rock στοιχείο για να αντισταμθίσει με τον πιο καλλιτεχνικό τρόπο την προϋπάρχουσα κυριαρχία των καλά δομημένων συνθέσεων (κυρίως του Dave Stewart). Με πιο σκοτεινή και λιγότερο «μαθηματική» νοοτροπία σύνθεσης και φιλοσοφίας, οι μουσικοί εκμεταλλεύονται στιγμές ελευθερίας χωρίς ιδιαίτερη προσκόλληση σε κλίμακες και κανόνες.

Τα θεμελιώδη συστατικά όλα παρόντα εδώ. Οι δραματικές κορυφώσεις στους κιθαρισμούς του Phil Miller, το παθιασμένο  τεχνικό παίξιμο του Pip Pyle στα τύμπανα και τα πληθωρικά (όπως πάντα) πλήκτρα του Dave Stewart είναι μόνο η βάση. Αλλαγές στους χρόνους, στις διαθέσεις, στα μοτίβα, άπλετος χώρος για αυτοσχεδιασμούς, παύση στη μέση του κομματιού για να παρέμβει ο Peter Blegvad με έναν αλλόκοτο μονόλογο κι έναν άναρχο τελείωμα, όπου οι επίτιμοι καλεσμένοι Georgie Born (Henry Cow), Jimmy Hastings (Caravan), Keith Thompson μέχρι να παρασύρουν την υπόλοιπη μπάντα σε μια θεαματική αποδόμηση. Μετά τα sessions του Οf Queues and Cures η Georgie Born πείστηκε να παραμείνει στους National Health και μαζί με την Lindsay Cooper τους επέκτειναν ως σεξτέτο. Δυστυχώς αυτό κράτησε για μερικές πρόβες και ελάχιστες εμφανίσεις κατά τις οποίες το εν λόγω κομμάτι είχε την δική του τιμητική διατηρώντας το φάντασμα των Henry Cow, οπότε μπορεί κανείς να φανταστεί την live απόδοση του. Χάρμα ώτων!

Γιάννης Ζαβραδινός

 

Zyma – Businessman

Μια περίπτωση Canterbury εκτός Canterbury είναι και οι Γερμανοί Zyma από τα τριγύρω μέρη της Χαϊδελβέργης και του Μάνχαϊμ. Με φτωχή σχετικά δισκογραφία διακρίνουμε μέσα από το Thoughts του 1978 το δωδεκάλεπτο αριστούργημα Businessman. Τα διαστημικά εφέ ξεκινούν δίνοντας την απαραίτητη ατμόσφαιρα σαν εισαγωγή στα πρώτα δύο λεπτά. Τα έντονα κρουστά έρχονται από το βάθος και το organ παίρνει κι αυτό σειρά και μαζί με το μπάσο δημιουργείται η οργανική παρέα που αποτελεί σημάδι αυθεντικότητας του Canterbury ήχου στους Zyma. Το επιταχυνόμενο rhythm section δημιουργεί το οργασμικό περιβάλλον στο οποίο κάθε όργανο αρχίζει να σολάρει. Με την είσοδο της φωνής, αρχίζουν κάποια πράγματα να μπαίνουν σε  τάξη, ενώ διαδοχικά σόλο από όργανο, φλάουτο, βιολί  και καταλήγουμε στο τέλειο ξεδίπλωμα, με το άρωμα του jazz-rock να έχει εισβάλει για τα καλά. Η μπάντα προσπαθεί να απλοποιήσει κάπως τα πράγματα και ενώ κοντεύει το δεκάλεπτο κάνει μια στάση και επανέρχεται για να μπει στον επίλογο επαναφέροντας την αρχική κατάσταση της εισαγωγής. Τα σόλο πια είναι τραβηγμένα και η φωνή ηχεί μελαγχολικά, καθώς έρχεται το τέλος. Με μια πρώτη ακρόαση το Businessman ηχεί σαν ένα απλό τραγούδι. Η επανάληψη της ακρόασης όμως είναι που σε βάζει για τα καλά στο ταξίδι του. Με το όργανο να ευθύνεται κυρίως για τον Canterbury ήχο, σε συνδυασμό με τα πάμπολλα jazz-rock στοιχεία. Πολλές και σπουδαίες εκτελεστικές ικανότητες, τέλεια συνεργασία και αμιγώς ελεύθερη έκφραση δημιουργούν ένα αριστούργημα πάνω σε μια μάλλον απλή δομή. Και αυτό είναι ουσιαστικά το αγαπημένο στοιχείο της μπάντας αυτής.

Κώστας Ρόκας

By using the ProgRocks.gr website you agree to our use of cookies. ☒Accept